Το να καταγραφεί σε μία κριτική ότι το ντεμπούτο του Jamie xx είναι ένα καλό άλμπουμ, είναι σχεδόν αυτονόητο: δεν διαφωνεί και κανείς πάνω σε αυτό, πέρα από δυο τρεις «αιρετικούς» του διεθνούς μουσικού τύπου. Το επιπλέον ζήτημα που προκύπτει στην περίπτωση τέτοιων εκκωφαντικών κυκλοφοριών είναι να προσδιοριστεί το εν δυνάμει εκτόπισμά τους στη σύγχρονη μουσική πραγματικότητα –και η εξέταση του In Colour υπό ένα τέτοιο πρίσμα αναδεικνύει ορισμένες ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες προοπτικές.

Αρκεί να αναλογιστεί κανείς με τι ονόματα είναι συνυφασμένη η επικράτηση του ηλεκτρονικού ήχου σε ολόκληρο σχεδόν το φάσμα του mainstream κατά τα τελευταία 5 με 10 χρόνια: David Guetta, Calvin Harris, Avicii και Martin Garrix είναι κάποιοι από τους παραγωγούς που κυριαρχούν, χωρίς να αναφερθούμε καν στην αφομοίωση ηλεκτρονικών στοιχείων από την ανέκαθεν χαμαιλεοντική ποπ ή από το R'n'Β της νέας δεκαετίας –κάτι που μάλλον θα πρέπει να χρεωθεί σε μεγάλο βαθμό στον Timbaland, με τις πρωτοποριακές παραγωγές που έκανε τη διετία 2006/2007.

Απέναντι λοιπόν στο μοντέρνο αυτό καρναβάλι που έχει στηθεί τα τελευταία χρόνια, οι ποιοτικές εναλλακτικές τείνουν να βρίσκουν αντίκρισμα μόνο στο πιο «ψαγμένο» κοινό. Είναι αμφίβολο δηλαδή ότι παραγωγοί όπως ο Burial, ο Flying Lotus, ο Andy Stott, ο Jon Hopkins ή ο Haxan Cloak (για να αναφέρουμε μερικούς μόνο από όλο το φάσμα της ηλεκτρονικής μουσικής) θα καταφέρουν να παρεισφρήσουν στις playlists του μέσου ακροατή: παραείναι εκλεπτυσμένοι για κάτι τέτοιο.

Εκεί ακριβώς έγκειται η σημασία όσων καλλιτεχνών μετέρχονται μια ποπ διαλεκτική στην προσέγγισή τους. Δημιουργών, δηλαδή, οι οποίοι γεφυρώνουν χάσματα και παρέχουν αντίβαρα καλλιτεχνικής ουσίας. Παραγωγών που καθίστανται ικανοί να μυήσουν τον οποιονδήποτε αδαή στην καλή ηλεκτρονική μουσική, διατηρώντας παράλληλα την αναγκαία μουσικόφιλη αίγλη τους.

Δεν είναι και λίγοι αυτοί που το έχουν πετύχει. Από τους Daft Punk στην τελευταία τους φάση, το breakthrough της Grimes με το Visions και την ηχηρή έλευση των Disclosure, μέχρι τις ποπ αποχρώσεις στους τελευταίους δίσκους του Caribou και του James Blake, σε πιο περιορισμένη έκταση βέβαια.

Στην ίδια συνομοταξία έρχεται τώρα να προστεθεί και το In Colour, ένας μικρός θρίαμβος «ποποποιημένης» electronica, που καταφθάνει ως το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του Jamie xx έπειτα από δύο ιδιαίτερα επιτυχημένες δουλειές με τους xx και αρκετές συνεργασίες και remix με την προσωπική του υπογραφή. Ένας δίσκος έκδηλης καλλιτεχνικής κορύφωσης, ο οποίος προορίζεται να ξεπεράσει τους περισσότερους από τους προαναφερθέντες πρεσβευτές της ποπ πλευράς του ηλεκτρονικού ήχου.

Η μαζική δυναμική του In Colour έχει ήδη αρχίσει να αναδύεται στην επιφάνεια με το έξοχο single "Loud Places", το οποίο αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη παρουσία στα ερτζιανά και στα διάφορα DJ sets. Πρόκειται για ένα καταπληκτικό δείγμα γραφής, που συνδυάζει τον υποτονικό λυρισμό των xx (χάρη στα φωνητικά της Romy) και την ατμοσφαιρικότητα της οπτικής του Jamie xx στην παραγωγή, προσθέτοντας συγχρόνως το στοιχείο της έκπληξης με τη μορφή χορωδιακών φωνητικών, κάτι που δένει απόλυτα με το σύνολο. Και επιπλέον, μέσα σε όλο αυτό το καταπληκτικό συνονθύλευμα, έχουμε και στίχους όπως το «Ι go to loud places / To search for someone / To be quiet with» να μοιάζουν με το σλόγκαν μιας ολόκληρης γενιάς.

Το εντυπωσιακό mainstream οπλοστάσιο του δίσκου δεν περιορίζεται βέβαια σε ένα και μόνο κομμάτι. Το "Stranger In A Room" –στο οποίο συμμετέχει ο έτερος τραγουδιστής των xx, Oliver– είναι ένα τρίλεπτο, μελαγχολικό μανιφέστο που θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται στην tracklist του ντεμπούτο του συγκροτήματος και μάλιστα να ξεχωρίζει. Το δε "I Know There's Gonna Be (Good Times)", το μοναδικό κομμάτι που ξεφεύγει από το μοτίβο και παραβιάζει τη συνοχή του συνόλου με τις dancehall γκρούβες του Popcaan και το ραπ του Young Thug, μοιάζει βγαλμένο μέσα από Μυκονιάτικο beach party. Και προφανώς διαθέτει επίσης τρομακτικές crossover προοπτικές.

Για να ανακαλύψει όμως κανείς τις κορυφαίες στιγμές του In Colour, μάλλον θα πρέπει να ψάξει σε λιγότερο προφανείς τοποθεσίες. Στο προτελευταίο κομμάτι με τίτλο "The Rest Is Noise", αποκαλύπτεται ένα απλό και συνάμα ιδιοφυές syncopated beat πολλαπλών επιπέδων: ένας από αυτούς τους υπόγειους και σκοτεινούς bass-oriented οδοστρωτήρες που, όταν ακούγονται σε συνθήκες υψηλής έντασης και χαμηλού φωτισμού, είναι ικανοί να κλονίσουν και να συγκλονίσουν. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο υπέροχο "Gosh", ένα από τα καλύτερα εναρκτήρια tracks που έχουμε συναντήσει τα τελευταία χρόνια. Ένα μοναδικό στη σύλληψή του κομμάτι, με υποδειγματική παραγωγή, που ξεδιπλώνεται σταδιακά, καταλήγοντας σε μια σχεδόν παιδαριώδη μελωδική φράση των synths, η οποία λειτουργεί όμως θαυμάσια και επιβεβαιώνει το ρητό που θέλει το μεγαλείο να κρύβεται στην απλότητα.

Απαύγασμα της δημιουργικής δραστηριότητας του Jamie xx κατά τα τελευταία 6 χρόνια, το In Colour δίνει την αίσθηση ενός δυσθεώρητου ζενίθ. Έχει να επιδείξει μια tracklist εντυπωσιακά μεστή, πλούσια σε υπόγεια club bangers, μελωδικά down tempo στολίδια και mainstream υπαινιγμούς, επιτυγχάνοντας αυτήν την αριστοτεχνική ισορροπία που γεννά αναγκαία, πολυπρισματικά αντισταθμίσματα στη σύγχρονη μουσική δυστοπία. Με εφόδια την απαράμιλλη αισθητική του υπεροχή και την απόλυτα ουσιαστική του τραγουδοποιΐα, είναι δεδομένο πως θα βρεθεί σε όλες σχεδόν τις λίστες με τα καλύτερα του 2015.

{youtube}TP9luRtEqjc{/youtube} 

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured