«Your sound and your style are in many ways what you are. There's not a lot else in the world that identifies what you are, if anything at all».

Με ορατό τον κίνδυνο να κατρακυλήσουμε στην πλαγιά της μεταφυσικής και δραματουργικής παπάρας απ' τη μια, κι απ' την άλλη σ' εκείνη του καρικατουρίστικου χάβαλου (όπως και το Bish Bosch δηλαδή): τούτο το πράμα είναι ζωντανό! Το βάζεις να παίξει και αυτομάτως αντιλαμβάνεσαι μια ύπαρξη στο δωμάτιο, δίπλα σου, στο κεφάλι σου, κάτι που υπερβαίνει το γνωστό άγγιγμα της μουσικής και απλά υπάρχει μέσω αυτής. Κάτι οικείο και ανοίκειο μαζί –είμαι σίγουρος πως κάπως το λένε οι τρελογιατροί, αλλά μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή.

Ξέρω 'γω; Μπορεί και να οφείλεται σ' εκείνο το «δημιουργώ άρα υπάρχω», έτσι όπως το έθεσε με δικά του λόγια ο ίδιος ο Scott Walker σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Wire (βλέπε και εντός των υπερκείμενων εισαγωγικών). Ίσως είναι υπεύθυνη αυτή η απόλυτα βιωματική γραφή του. Βιωματική όπως η ύπαρξή μου ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με το έργο μου, είναι το έργο μου –όσο κι αν τούτο ακούγεται κατά τι ανισόρροπο. Και παρακαλώ πολύ, βιωματική ΟΧΙ όπως επέτασσε το περιλάλητο σλογκανάκι «πρώτα ζούμε και μετά γράφουμε» της ημεδαπής εκδοτικής φούσκας.

Με κίνδυνο να μπλέξουμε άσχημα και με τα στερεότυπα τα οποία θέλουν τον «μεγάλο» καλλιτέχνη να διαθέτει ντε και καλά χοντρά ζητήματα με τον εαυτό του και με τους άλλους: το Εγώ του πολεμάει πάλι ο Walker, μάλιστα με τέτοια μανία ώστε αναρωτιέσαι αν υπάρχει παρακάτω. Το Εγώ του όπως εκείνο προβάλλεται στο τρίπτυχο σώμα/συνειδητό/ασυνείδητο και στις μεταξύ τους σχέσεις.  

Για να ηχοποιήσει σε απολύτως προσωπικό επίπεδο το μεγαλειώδες «βάνει και την πορδή του δύναμη» που λέει ο λαός –κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κάθε προσλαμβάνουσα, εσωτερική ή εξωτερική, παίρνει φόρα και διοδεύεται απ' τα μπουριά της δημιουργικότητας μ' ένα ολοκληρωτικό μπλατς στα μούτρα του επίδοξου ακροατή. Υπό αυτή την έννοια, το Bish Bosch είναι σκατολογικό, αυτοακρωτηριαστικό, ψυχοβγαλτικό, ιστοριοδιφικό, γαλαξιακό, ολιστικό, αυτιστικό και ποιος ξέρει τι άλλο. Εγκολπώνει σωματικούς θορύβους, φροϋδικά συμπλέγματα, τον Τσαουσέσκου και τον Αττίλα τον Ούνο, τον Ιησού και τον Φρανκ Σινάτρα, τον Ιερώνυμο Μπος και κωδικές ονομασίες μακρινών άστρων.

Και το πράττει χρησιμοποιώντας ως πυρήνα το γερασμένο κρουνάρισμα του Walker και από 'κει και πέρα κάθε πιθανό ηχητικό τρόπο ως μέσο –και ουχί ως σωσίβιο– μιας απόλυτα προσωπικής ηχοεκφραστικής: το σκληρό ροκ, την κλασική ορχήστρα, τη θορυβοποιία και τον έτοιμο ήχο. Έχω την εντύπωση πως η υπόθεση τραγούδι δεν μπορεί να πάει βήμα παραπέρα και να συνεχίσει να αποκαλείται τραγούδι. Κι αν εκεί στα τρία τέταρτα του άλμπουμ δεν ενεργοποιούνταν οι κόφτες της συναισθηματικής έντασης και δεν πλαδάρευε το πράμα (μηχανισμός ασφαλείας;), τότε πιθανότατα θα είχαμε και θύματα.

Υπό αυτή την έννοια, εμπρός στον φουλ κλίμακας πόλεμο του Bish Bosch, η Lulu των Lou Reed/Metallica είναι εβδομαδιαία άσκηση βολής του ελληνικού πεζικού, οι πιο σκατόψυχοι των μεταλλάδων είναι για πανηγυρτζίδικα νούμερα του τύπου «κοπιάστε να δείτε τα τέρατα και τα σημεία» και οι πάσης φύσεως όψιμοι (ή όχι και τόσο όψιμοι) πειραματιστές είναι για να βάζουν μαζικά αγγελίες τύπου «πωλούνται γεννήτριες σε καλή κατάσταση, παρέα με φουλ πειραματικό κιτ, λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης. Τιμή συζητήσιμη»...

{youtube}2Ih7KzKLLWA{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured