search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Αν και δεν κομίζει πρόταση ενάντια στα αδιέξοδα του είδους, είναι ένα πηγαίο και μερακλίδικο ντεμπούτο –μια όαση στα αποβουτυρωμένα λαϊκά τραγούδια της εποχής μας, με τις συμβατικές, Δυτικές ενορχηστρώσεις...

Label | Καθρέφτης Ήχων Αληθινών
Κυκλοφορία | 3/2019
Βαθμολογία | 7

Ήταν λογικό νομίζω ότι, κάποια στιγμή, ο Βασίλης Κορακάκης θα έβγαινε στο προσκήνιο αυτονομημένος από το πλαίσιο που έχει υπηρετήσει ο πατέρας του, στο οποίο και τον πρωτογνωρίσαμε, πρώτα ως φωνή/μπουζούκι/μπαγλαμά στη Μαγιοπούλα (2007), έπειτα και ως συνθέτη στον δίσκο του Γιάννη Ντουνιά Ο Σεβντάς (2010). Και ήταν ευχής έργον που μπόρεσε να κάνει κάτι τέτοιο έχοντας ως συν-ενορχηστρωτή και παραγωγό του πρώτου του προσωπικού άλμπουμ τον Αλέξη Βάκη, ο οποίος υπήρξε συμπαραγωγός στο Λαύριο, τον δίσκο δηλαδή που πίσω στο 1993 «έφτιαξε» το όνομα του Βαγγέλη Κορακάκη, ανοίγοντάς του τον δρόμο για την επιτυχία με τον Γεράσιμο Ανδρεάτο και τη συνεργασία με τον Δημήτρη Μητροπάνο.

Ο Βασίλης Κορακάκης έχει κάτσει με καλούς δασκάλους, και έχει μάθει τα ανάλογα «γράμματα». Φέρνει στον πατέρα του, αλλά δεν τον αντιγράφει. Κάτι διακρίνεις 'δω κι εκεί στους τρόπους ερμηνείας από Γιώργο Νταλάρα ή από Γρηγόρη Μπιθικώτση, χωρίς όμως να μοιάζει. Και οπωσδήποτε έχει ακούσει καντάρια λαϊκού ρεπερτορίου από το χρυσό παρελθόν, μα τα έχει επαρκώς αφομοιώσει, με αποτέλεσμα να μην τα αναπαράγει.


Από την άλλη, έχεις εδώ ένα άλμπουμ «κορακακικό». Με την έννοια δηλαδή ότι δεν υπάρχει πρόταση για το πού μπορεί (αν μπορεί) να πάει ο λαϊκός ήχος, παρά μια λογική η οποία κοιτάει με θαυμασμό το σπουδαίο παρελθόν ("Φουρτουνιασμένος Μάγκας", "Φάρος Σβηστός", "Κάποια Λυπητερή Πενιά"), προσπαθώντας να του μοιάσει. Είναι ένας ορίζοντας που ποτέ δεν ξεπέρασε ο Βαγγέλης Κορακάκης και που δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τον Βασίλη Κορακάκη, παρά το γεγονός ότι στις ενορχηστρώσεις χρησιμοποιούνται και όργανα ικανά να κάνουν την έκπληξη, αν τους δινόταν περισσότερος χώρος. Η ηλεκτρική λ.χ. κιθάρα του Αντώνη Απέργη στο "Μια Αλλιώτικη Ζωή", τσιγκλάει ωραία το αυτί. Το ίδιο και το μπαγιάν στο "Της Ερημιάς Η Βρύση" ή το κοντραμπάσο στα διάφορα στιγμιότυπα όπου χρησιμοποιείται.

Δεν αντιλέγω, βέβαια, ότι έτσι δημιουργείται μια ζώνη ασφαλείας πολύτιμη για ένα δισκογραφικό ντεμπούτο, ρίχνοντας συνάμα άγκυρα σε έναν ήχο που και εξακολουθεί να έχει θερμούς φίλους σε συγκεκριμένες γενιές και οφείλει τη διαχρονική του στόφα στη χρήση του μπουζουκιού ως κεντρικού άξονα. Όμως οι νεότεροι ακροατές, όσοι έχουν πλέον ζυμώσει το αυτί τους και με διάφορα διεθνή ακούσματα, δεν θα βρουν εδώ τα σημεία επαφής που ίσως αναζητούν –και αυτό είναι κάτι που θεωρώ ότι οφείλει να προβληματίσει τον Βασίλη Κορακάκη, εφόσον φαντάζεται το Από Μηχανής ...Τραγούδια ως αφετηρία μιας διαδρομής.

Παρά τις ενστάσεις αυτές, πάντως, δεν γίνεται να μην παρατηρήσεις ότι το παρόν υλικό ακούγεται ως όαση σε μια δεκαετία όπου το λαϊκό τραγούδι χάνεται ολοταχώς σε συμβατικές Δυτικές ενορχηστρώσεις με ποπ χροιά, διαρκώς αλαφραίνοντας τόσο σε αίσθηση, όσο και σε ουσία.

Κόντρα σε τέτοιους καιρούς και τέτοια ήθη, ο Βασίλης Κορακάκης μπορεί να μην διαθέτει την αντιπρόταση ως δημιουργός και να μην κατέχει τη μεγάλη, εντυπωσιακή φωνή, αλλά τουλάχιστον θυμίζει ότι το είδος δεν γίνεται να προχωρήσει αληθώς εάν διακυβεύει τη στιβαρότητα και την ταυτότητά του χάριν αποβουτυρωμένων, τάχα μου μοντέρνων δοκιμών. Τα δικά του κομμάτια διατηρούν αν μη τι άλλο τέτοια πολύτιμα συστατικά ("Το Ανικανοποίητο", "Μια Αλλιώτικη Ζωή", "Της Ερημιάς Η Βρύση", "Γλυκό Καλοκαιράκι"), όπως και το πολύ ωραίο χρώμα του κλασικού λαϊκού άσματος –τομέας όπου αποδεικνύεται καίρια η συμμετοχή των ικανότατων οργανοπαιχτών, αλλά και η παρουσία του γνώστη Αλέξη Βάκη στην κονσόλα. Ακούμε επίσης ένα σημαντικό φάσμα ρυθμών, κάτι που επίσης σπανίζει (κοινώς, μην περιμένετε μονάχα ζεϊμπέκικα).

Το Από Μηχανής ...Τραγούδια δεν είναι λοιπόν δίσκος με μεγάλες κορυφές και με κομμάτια που θα σηκώσουν συζητήσεις, αποδεικνύεται όμως αξιοπρόσεχτο ντεμπούτο, χτισμένο στην πηγαιότητα και στο μεράκι. Δεν είναι πολλά τα όσα κομίζει, δεν είναι όμως και λίγα, ειδικά για χρόνια σαν κι αυτά, όπου το λαϊκό τραγούδι κινδυνεύει να απομείνει ως απλή ερμηνευτική συνιστώσα σε έναν διεθνοποιημένο μουσικό καμβά.