search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Παραμένει ένα από τα δυνατά χαρτιά του εγχώριου χιπ χοπ, χαραμίζει όμως μεγάλο μέρος της δυναμικής του σε γλυκουλίνικες low bap μανιέρες και στην τυποποιημένη επίκληση μιας μαυροκόκκινης συντροφικότητας...

Label | Flow Town Factory
Κυκλοφορία | 12/2018
Βαθμολογία | 6,5

Με τον Βέβηλο μπορείς να διαφωνήσεις σε πολλά (και το παρόν κείμενο θα το κάνει), παραμένει ωστόσο ένας ράπερ μελετημένος και συγκροτημένος. Ο οποίος όχι μόνο παίζει με τους δικούς του όρους, μα θα σε βάλει σε κίνηση και θα σε «αναγκάσει» να το σκεφτείς καλά ό,τι του αντιτείνεις.

Σε μια εποχή που κι εμείς στο Avopolis σας τα πρήζουμε ενίοτε με τον Lil δείνα και τον Lil τάδε, ο Βέβηλος και οι συνεργάτες του (ο Loud, ο Τσέκος, ο Wise, ο B-Mike, ο Bouklas, συν τον DJ Magnum στα scratches) αδιαφορούν επιδεικτικά, προτιμώντας μια παλαιότερη λογική στο πώς αρθρώνουν μουσικά το χιπ χοπ τους.


Ίσως είναι βέβαια θέμα ηλικίας μια τέτοια πίστη σε εμφανείς (Grandmaster Flash, KRS-One) και αφανείς (Nas, Masta Ace) ήρωες, είναι πάντως και αισθητική προτίμηση. Και υπάρχουν στιγμές εδώ που αποδεικνύουν το αυτονόητο, ότι το δίλημμα «παλιό/νέο» μερίδας του Τύπου είναι προκάτ. Γιατί, ακόμα και αν η παραγωγή υπολείπεται σε σύγκριση με όσα ακούμε από το εξωτερικό, ακόμα και αν απέχουμε από τα επίκαιρα trap beats, εντοπίζεται χιπ χοπ κλάση και στιχουργική αξία, την οποία μόνο να ονειρεύονται μπορούν τα emo και SoundCloud rap «αστέρια» ή οι εγχώριοι μίμοι τους.

Το πλέξιμο των beats με τα samples, είναι σταυροβελονιά. Στη"Νεκρή Ζώνη", ο Βέβηλος πατά ωραία στο "Something Funny" –όπως παίχτηκε live από τους Kill It Kid και Joker & The Thief στο Flowerpot– ώστε να ορίσει εξαρχής τα Τέσσερα Στοιχειά: επανάσταση, φωτιά, μοναξιά και λευτεριά. Στο αναμορφωμένο "Hiphopolis" (όπου συνδράμει ο Παράφρων), η διασκευή των Three Dog Night στο "One" του Harry Nilsson έχει «κοπεί» ιδανικά ώστε να ισχυροποιήσει τον ρυθμικό κορμό, ενώ στο "Ποτέ Δε Σημαδεύουνε Στα Πόδια" η Κατερίνα Γώγου «κάθεται» θεσπέσια στο "Monochrome" του Alan Parker, συνοδεία καταιγιστικού ραπ. Αξίζει επίσης αναφορά στη φωνή του Ηλία Πετρόπουλου που ανοίγει το "Άρθρο 84" και στο sample του Τάσου Λειβαδίτη, το οποίο κλείνει θεαματικά το "Να Έρθεις Απόψε Να Με Βρεις" με εκείνο το «όσοι επιζήσαμε βαδίζουμε παράμερα, με τα ρολόγια μας σταματημένα σ’ έναν άλλο χρόνο (γι’ αυτό και γερνάμε τόσο επώδυνα)». Αλλά και στη χρήση του "All I Want" της τραγουδοποιού Sarah Blasko στο "Η Νύχτα Που Έπαψα Να Μεταφράζω Τις Σιωπές" και του "Palabras Viejas" του πατέρα του αργεντίνικου ροκ Sandro στο "Ψάχνω Έναν Τίτλο"· στιγμιότυπα που δείχνουν ευρύτητα αναφορών. 

Ο νέος Βέβηλος «έσκασε» το βράδυ της 5ης του Δεκέμβρη, στοχευμένα και σημαδιακά, καθώς η 6η του περασμένου μήνα –όταν και θα έπαιρναν χαμπάρι οι περισσότεροι το Βιβλίο Των Τεσσάρων Στοιχειών– όριζε τη 10η επέτειο από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Υπάρχει λοιπόν εδώ μια μάλλον εμφανής πολιτική χειρονομία, εικάζω άλλωστε ότι και το μαύρο αστέρι σε βαθυκόκκινο φόντο στο εξώφυλλο δεν είναι τυχαίο: οι ιδεολογικές συμπάθειες εφάπτονται με όσα προτάσσει η εξωκοινοβουλευτική (κυρίως) Αριστερά ή/και οι τάσεις που εγγράφονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στον Αναρχισμό.

Το πρόβλημα βέβαια δεν βρίσκεται στις πεποιθήσεις του Βέβηλου· όλοι κάτι πιστεύουμε. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική χειρονομία που κάνει με το άλμπουμ αναδεικνύεται ισχυρότερη από το μουσικό/στιχουργικό περιεχόμενο και την ποιότητα του rapping.

Αρκετά κομμάτια χτίζονται με ένα τραγουδοποιητικό φασόν, το οποίο εκφράζεται με ομοιόμορφα οργισμένες ερμηνείες. Στιγμές σαν τα "Εξακρίβωση Στοιχείων", "Άρθρο 84" ή "Άνθρωπος Στο Κάγκελο", περισσότερο βασίζονται στη μανιερίστικη επίκληση μιας μαυροκόκκινης συντροφικότητας (υπαρκτής ή φανταστικής), λειτουργώντας ως soundtrack στο «μανιφέστο» της υπόθεσης, παρά ενδιαφέρονται να σταθούν ως αυθύπαρκτες δημιουργίες: μιλούν στην τυποποιημένη γλώσσα των κινημάτων, ώστε να ενεργοποιήσουν το συναίσθημα μέσω μιας απλοϊκής ταύτισης. Στην εποχή του ΛΕΞ, όμως, κάτι τέτοιο δεν αρκεί. Ο Βέβηλος χρειάζεται δηλαδή 4,5,6 τραγούδια για να πει βασικά όσα εκείνος έκλεισε στο δίστιχο «Ανεργία, αφραγκία, μπάτσοι, Χρυσή Αυγή/Μεροκάματα του τρόμου, εξώσεις, πλειστηριασμοί» (από το "Πολυκατοικίες");

Είναι μάλιστα ένα πρόβλημα που γιγαντώνεται από τη στιγμή που η γλώσσα αυτή συμπλέει με τη low bap αισθητική, την οποία ο Βέβηλος κουβαλά από τις μέρες των Βαβυλώνα. Δεν ζητά ασφαλώς κανείς να αποποιηθεί τις ρίζες και την ταυτότητά του. Αλλά όταν αρνείσαι να εξελίξεις όσα παρέλαβες, ξεσκαρτάροντας λ.χ. εκείνη τη γλυκουλίνικη εντεχνίλα που πάντα εμπεριείχε το low bap, καταλήγεις να ακυρώνεις πολλά. Κάπως έτσι, το ωραίο flow του Anser στο "Άμα Ρωτήσουν Που Χάθηκα" θαμπώνει μέσα σε ανέξοδους λεονταρισμούς τύπου «έγινα άνεμος, ήλιος, σκοτάδι, ποτάμι και πλάτανος» και η ελεύθερη μετάφραση στο αντι-bullying "To This Day Project" του Καναδού Shane Koyczan ("Έκαναν Λάθος") αστοχεί, ακριβώς γιατί το αποτέλεσμα πνίγεται σε μια παράταιρα ευσυγκίνητη ευαισθησία.

Μια επιπλέον αμηχανία προκύπτει όμως και από τις «ποσοστώσεις» που διακρίνουν το όλο πολιτικοκοινωνικό στίγμα. Ναι μεν η σύμπνοια με τα κινήματα επικαιροποιεί τα θέματα του Βέβηλου, φέρνοντας στους στίχους του τη θέση της γυναίκας στην Ελλάδα ("Φτιάξε Έναν Ήλιο") και την LGBT κοινότητα –η οποία ζωντανεύει μέσω του χαμού του Ζακ Κωστόπουλου ("Σεζάριο")– λαμβάνουν ωστόσο μόλις 1+1 τραγούδι, σε έναν δίσκο που ξοδεύει πάνω από το μισό του για να λέει τα ίδια και τα ίδια περί επανάστασης και μοναξιάς.

Είναι πάντως σε αυτά τα δύο στιγμιότυπα όπου το ταλέντο του Βέβηλου λάμπει πιο καθαρά και πιο ουσιωδώς από όλα 'κείνα τα εφηβικά "Άμα Ρωτήσουν Που Χάθηκα". Το "Φτιάξε Έναν Ήλιο", βέβαια, πάσχει λόγω της ερμηνείας της ανώνυμης καλεσμένης: πολλοί θεώρησαν ότι είναι η Sadahzinia και δικαιολογημένα, καθώς η προσέγγιση αποβαίνει άκρως μιμητική· στην πραγματικότητα την απάντηση ίσως δίνει η μουσική, σημείο της οποίας παραπέμπει στα "Παράλληλα Σύμπαντα" της Aeon με τον Ανθεκτικό (2017) –οπότε μάλλον εκείνη ακούμε εδώ, να προσπαθεί να ζωντανέψει καίριους στίχους όπως «η ελλιπής καταγραφή και οι θεσμικοί κανόνες, μαυρίζουν μάτια και ανοίγουνε ξενώνες».

Αλλά στο "Σεζάριο", δεν υπάρχουν ούτε γκρίζες ζώνες, ούτε παράπονα. Υπό μια σαιξπηρική ονομασία αριστοτεχνικά παρμένη από τη Δωδέκατη Νύχτα και πάνω από ένα θεσπέσιο sample –που δυστυχώς δεν μπόρεσα να εντοπίσω– ο Βέβηλος απογειώνεται, ερμηνεύει από καρδιάς και αφήνει πίσω όλες του τις ευκολίες: «Ό,τι κι αν γράψω όμως, δε θα σκορπίσει τρόμος, πλάι σε βιτρίνες με καλλυντικά και ενδύματα/Ό,τι κι αν γράψω όμως, δε θα γεμίσει ο δρόμος, με ανθρώπους ψεύτικους κι αληθινά κοσμήματα».

Περισσότερα τέτοια τραγούδια, θα είχαν δώσει έναν καλύτερο δίσκο. Τουλάχιστον δείχνουν τον δρόμο προς ένα πιο ενδιαφέρον μέλλον.