search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Τζαζ που δεν θέλει να δυσκολέψει με τις γωνίες και τις αιχμές της, βασίζεται όμως σε μια πετυχημένη σύμπραξη μουσικών, η οποία την κάνει να τα καταφέρνει μια χαρά στο οικείο, χωρίς να εκπίπτει στο τετριμμένο...

Label | Violins Productions
Κυκλοφορία | 1/2018
Βαθμολογία | 8

«Η ζωή στις πόλεις συρρικνώνεται· το σύμπαν διαστέλλεται».

Έτσι κλείνει το σημείωμα που αφήνει στο εσώφυλλο του CD ο Θάνος Χατζηαναγνώστου, θέλοντας να υπογραμμίσει αφενός το λογοπαίγνιο του τίτλου και αφετέρου το δίπολο το οποίο έχει προηγουμένως σχηματίσει, αυτό ανάμεσα στο «σύγχρονο τέρας που δημιουργήσαμε [και] μας κρύβει τον ήλιο» και «[σ]το θαύμα του κόσμου και τα μυστήρια της ύπαρξης».


Ομολογουμένως, είναι κάπως βαρύγδουπη η διατύπωση. Από την επιλογή πάντως των λέξεων γίνεται σαφές το προς τα πού (θέλει να) κοιτάζει η μουσική του Χατζηαναγνώστου –χρησιμοποιεί την αποξένωση του «ανήλιου» αστικού βίου, μόνο και μόνο για να οριστεί αντιθετικά. Το Crowdead Cities φιλοδοξεί λοιπόν να λειτουργήσει περίπου σαν ένα είδος παυσίπονου ή παυσίλυπου: να ρίξει τους σφυγμούς του αγχωμένου ακροατή, να του υπενθυμίσει ότι, παρά τα φαινόμενα, υπάρχει ομορφιά τριγύρω μας και να του γεμίσει το μυαλό με ηχητικές (και λιγάκι νοσταλγικές, είναι η αλήθεια) εικόνες της.  

Η επιλογή ενός φλάουτου για τον χώρο των πνευστών είναι πολύ ταιριαστή με μια τέτοια κατεύθυνση. Η ευαίσθητη χροιά του –σίγουρα πιο αέρινη και λιγότερο ενσώματη από τη χροιά ενός σαξοφώνου, φερ’ ειπείν– δύσκολα μπορεί να μας παραπέμψει σ' αυτές τις πόλεις που κρύβουν τον θάνατο μέσα στον συνωστισμό τους (όπως το θέλει ο τίτλος του δίσκου). Πάντως το φλάουτο φέρνει ένα στοιχείο φαντασματικό, το οποίο δεν έχει πια να κάνει με θάνατο, αλλά με μορφές που απλώς δεν υποτάσσονται καθολικά στην παντοδυναμία της ύλης: μορφές ονείρου ή μορφές μνήμης. Στρέφει επίσης τη μουσική προς μια κάποια πνευματικότητα, η οποία δεν εξαντλείται απαραιτήτως σε ό,τι καταγράφηκε ως «spiritual jazz» στα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Η συγκεκριμένη τζαζ –ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, αυτή που φιλτραρίστηκε στην εποχή μας μέσα από απόπειρες μουσικών όπως ο Matthew Halsall– είναι ένας από τους ορίζοντες του δίσκου. Ο Βρετανός τρομπετίστας είναι ένα καλό σημείο αναφοράς για τα όσα συμβαίνουν στο Crowdead Cities, διότι φαίνεται να υπάρχει μια συναφής αισθητική στον ήχο, ίσως και μια παρόμοια επιδίωξη για μια τζαζ η οποία δεν θα δυσκολεύει τον ακροατή με τις γωνίες και τις αιχμές της, αλλά θα ρέει απρόσκοπτα από και προς το θυμικό του, χωρίς ταυτόχρονα να παραδίδεται αμαχητί σε ευκολίες και έτοιμες λύσεις.

Υπάρχει όντως μια τέτοια ροή στο Crowdead Cities και είναι μάλλον από τα μεγαλύτερα προτερήματά του. Κι αν λείπουν οι γωνίες κι οι αιχμές, δεν σημαίνει ότι η μουσική αδρανοποιείται από την υπερβολική νοσταλγία. Όπως υπάρχουν τα παιχνίδια που εστιάζουν στα διάφορα δομικά σχήματα (στο bop, στο μπλουζ, στη σύγχρονη ή στη «spiritual» τζαζ), έτσι υπάρχουν κι εκείνα που μεταφέρουν την έμφαση στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ του κουαρτέτου, κάνοντας τα σχήματα περισσότερο ρευστά και λιγότερο συγκεκριμένα –πιο φαντασματικά ίσως, σύμφωνα με την παραπάνω ορολογία. Με μία έννοια, οι δομές των συνθέσεων αφήνουν τον χώρο για την ίδια τη ρευστοποίησή τους.

Φυσικά, πρωτεύοντα ρόλο στην επιτυχία των παραπάνω παίζουν οι 4 μουσικοί οι οποίοι αποτελούν το κουαρτέτο: ο Λεωνίδας Σαραντόπουλος στο φλάουτο, ο Θοδωρής Κότσυφας στην κιθάρα, ο Ντίνος Μάνος στο κοντραμπάσο και ο Θάνος Χατζηαναγνώστου στα τύμπανα. Οι δύο πρώτοι συνεργάζονται άψογα, με τον Σαραντόπουλο να δίνει, πλάι στις νοσταλγικές του μελωδίες, και ορισμένες πολύ ζωηρές κορυφώσεις, ενώ ο Κότσυφας παραμένει συνήθως διακριτικός, ταυτόχρονα όμως συναισθηματικά πλήρης και αρκετά εξερευνητικός. Βέβαια κι οι δύο τελευταίοι, Μάνος & Χατζηαναγνώστου, υπεύθυνοι για τη ρυθμική αγωγή του δίσκου, είναι δραστήριοι και αρκετά ενεργητικοί· κρατάνε τα μπόσικα, αλλά δεν φοβούνται να πάρουν τις πρωτοβουλίες που τους αναλογούν (βλέπε π.χ. τα σόλο τους στο “Long Way Home” και “Monsoons” αντιστοίχως ή τον τρόπο που μας εισάγει στο “Dark Matter” το πιατίνι του Χατζηαναγνώστου).

Το συγκεκριμένο κουαρτέτο μού φαίνεται γενικώς μια πολύ πετυχημένη σύμπραξη. Φαίνεται ότι υπάρχει κάτι παραπάνω από μια καλή διάθεση συνεργασίας: υπάρχουν κοινοί τόποι, κοινοί ορίζοντες. Φυσικά είναι διάφορες οι καραμπόλες που παίζουν, με τον Κότσυφα και Μάνο να είναι βασικά μέλη του Next Step Quintet, ενώ Μάνος και Χατζηαναγνώστου συνεργάζονταν για καιρό στο κουαρτέτο των Wonderfall, με το οποίο έχουν κυκλοφορήσει 2 άλμπουμ.

Αυτοί οι κοινοί τόποι και η εξερεύνησή τους δίνουν πνοή στο Crowdead Cities (το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του Χατζηαναγνώστου). Το οποίο ίσως να μη φτάνει να εξερευνήσει το άγνωστο και το ανοίκειο, τα καταφέρνει όμως μια χαρά στο οικείο, χωρίς να εκπίπτει στο τετριμμένο.