search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Φρεσκάδα στρογγυλή και καθάρια, σε έναν δίσκο που έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του έντεχνου τραγουδιού, θυμίζοντας τι (κακώς) χάθηκε στην πορεία από τον Χατζιδάκι στους επιγόνους...

Label | Μικρή Άρκτος
Κυκλοφορία | 12/2017
Βαθμολογία | 7

Κάποιες εκατοντάδες δίσκοι συνεχίζουν να βγαίνουν κάθε χρόνο στη χώρα μας, παρά τους γενικά χαλεπούς καιρούς, όμως το μήνυμα είτε βραχυκυκλώνει και χάνεται –φτάνοντας μόνο σε όσους σκάβουν συστηματικά κάτω από την επιφάνεια– είτε η όλη φάση θυμίζει εκείνο το παλιό τραγούδι του Bruce Springsteen που λέει «57 channels and there's nothing on». Ακόμα πάντως και σε ένα τόσο κατακερματισμένο σκηνικό, ο συνθέτης Μιχάλης Καλογεράκης δεν έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό, ως μάννα ή τέλος πάντων ως κάτι παράξενο: με τον αδερφό του Παντελή είχε ήδη καταθέσει το άλμπουμ Προσωπικό το 2016, δουλειά σε έντεχνο ύφος, με μελοποιήσεις ποιημάτων, τίμια σε όλα της μα με μια κάποια δυσκολία να δημιουργήσει (αποτελεσματική) αναταραχή σε νερά λιμνάζοντα.

Αλλά στο Κάτι Παράξενο η συνταγή (παρ)εκτρέπεται, με προφανή καταλύτη την Τέταρτη Ακρόαση της Μικρής Άρκτου, όπου ο Καλογεράκης γνώρισε τον τραγουδοποιό Απόστολο Κίτσο. Κι έτσι, ενώ φαινομενικά ο συνθέτης συνεχίζει τις αναζητήσεις του στη μελοποιημένη ποίηση, η πορεία του συδαυλίζεται και υπονομεύεται ταυτόχρονα από την έντονη παρουσία του Κίτσου στον ενορχηστρωτικό και ερμηνευτικό τομέα. Ο οποίος αυτοανατρέπεται κι εκείνος με τη σειρά του, αφού ο τυπικός τραγουδοποιός της εποχής μας –που τρέχει να προλάβει με κάμποσα καρπούζια κάτω από δυο όλες κι όλες μασχάλες– αφήνει τις τύχες της μουσικής και των στίχων σε χέρια τρίτων.


Ασφαλώς, το παιχνίδι που παίζουν οι δύο νεαροί δημιουργοί μεταξύ τους δεν θα μας απασχολούσε αν δεν αποτελούσε «καύσιμο» για έναν δίσκο πραγματικά ξεχωριστό, που μπαμ-μπουμ, μέσα σε 20 περίπου λεπτά, με μόλις 5 τραγούδια + 2 ορχηστρικά, έρχεται να σε εκπλήξει· απορρέοντας ό,τι τόσοι και τόσοι ψάχνουν στη δισκογραφία, μα όλο και πιο σπάνια βρίσκουν: μια αίσθηση φρεσκάδας. Η οποία τρέχει στις καθάριες, στρογγυλές και καλά ισορροπημένες ερμηνείες του Κίτσου, μα οφείλει πολλά και στον τρόπο με τον οποίον κινούνται η σύνθεση και οι ενορχηστρώσεις.

Αυτή η μαγική λέξη «φρεσκάδα» κυριαρχεί στο Κάτι Παράξενο, απαλύνοντας ακόμα και όσα σημεία μπουρδουκλώνονται λίγο στις αναζητήσεις τους ή ορισμένα τραγούδια που δεν αποτυπώνονται με μεγάλη ενάργεια. Η μικρή μάλιστα διάρκεια σιγοντάρει τον ενθουσιασμό, γιατί προκαλεί την εντύπωση ότι η δόση δεν ήταν αρκετή, οπότε τα repeat διαδέχονται το ένα το άλλο, με το πλήκτρο να κολλάει ιδιαίτερα στο ομώνυμο του δίσκου τραγούδι –μια κοφτερή αιχμή στο όραμα που έχουν(;) οι δύο συνοδοιπόροι, η οποία πολύ σωστά έγραψε ο Άρης Καραμπεάζης στη δική του κριτική για το mic.gr (εδώ) ότι σε βάζει φτου κι από την αρχή «στο trip ιδεολογικής (ίσως και ιδεοληπτικής) μανίας σκέψεων γύρω από το τι είναι (και κυρίως τι δεν είναι) έντεχνο και γιατί μας ενοχλεί τόσο πολύ».

Τον Άρη νομίζω βέβαια ότι τον ενοχλεί περισσότερο από μένα η όλη ιστορία, είναι πάντως μια παρατήρηση με θαυμαστή ακρίβεια. Γιατί στο Κάτι Παράξενο βρίσκουμε κάτι από το έντεχνο τραγούδι όπως θα το θέλαμε να ηχεί όσοι το αγαπήσαμε με τους δίσκους του Μάνου Χατζιδάκι, με τα ερωτικά του Μίκη Θεοδωράκη, με τη ματιά του Σταύρου Ξαρχάκου ή του Δήμου Μούτση και όχι με τις ασκήσεις ύφους των μικρών ή/και των ανάξιων επιγόνων τους: στον δικό του ορίζοντα δοσμένο, ναι, με τη γνωστή μανία για τον ελλειπτικό και αφαιρετικό λόγο με τον οποίον αποδομεί/αναδομεί τον έρωτα, αλλά με το μέτρο εκείνο που διακρίνει καθοριστικά τη θλίψη από τη μίρλα, ακομπλεξάριστα λόγιο αντί για στεγνώς ακαδημαϊκό και ενορχηστρωτικώς κομψό, κόντρα στη συνήθως άχαρη χωροταξία 1970s κιθάρων με Σταμάτη Κραουνάκη σε κλάσικ συνταγή και ολίγη από τζαζοσουίνγκ ως πασπάλισμα «νεότητας».

Κλείνω σημειώνοντας την καλή Έλλη Πασπαλά στο "Ερωτικό (Καληνύχτα)" –παρουσία που επίσης λείπει από την έντεχνη δισκογραφία– την εξαιρετική σημασία του στίχου «το νιώθω πως η νέα μου ζωή/τη ρότα της παλιάς μου έχει πάρει» ("Κάτι Παράξενο") σε ένα είδος τραγουδιού που ενώ παραμένει στιχοκεντρικό φυλλορροεί διαρκώς στο συγκεκριμένο πεδίο με πλήθος αστοχίες εδώ και 15+ χρόνια τουλάχιστον, αλλά και την πολιτική χροιά που μπορεί να λάβει σήμερα ένας στίχος σαν το «Το ξέρουν όσοι φτιάχνουνε κλουβιά/τα κάγκελα πως πρέπει να χρυσώνουν» ("Λουξεμβούργο"), σε μια εποχή όπου ακόμα και τα εκτός playlist ραδιόφωνα ευαγγελίστηκαν ως πολιτικοποίηση φωνασκίες τύπου «Κι άμα τα πάρω, θα πάρω φόρα/θα σας ρημάξω στις κλοτσιές στην ανηφόρα».