search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Δωρικός, αφτιασίδωτος, παθιασμένος και βυθισμένος στα συνήθως ερεβώδη τοπία των ιστοριών που διηγείται, ο δημοφιλής ερμηνευτής επιστρέφει με έναν καλό δίσκο, χωρίς άγχος για μεγαλοστομίες...

Πάνε πολλά χρόνια πια που ακούμε τη γνωστή ρητορεία περί κατάρρευσης της δισκογραφικής βιομηχανίας. Στα πλαίσια όμως αυτής της συζήτησης, ξεχνάμε συνήθως ότι, όσο κι αν έχουν συρρικνωθεί οι μηχανισμοί και τα κέρδη, το ήθος και το παράδειγμα λειτουργίας του εν λόγω τομέα επιζούν και διαιωνίζονται από κάθε επόμενη γενιά.

Στα εγχώρια μουσικά πράγματα, με την ύφεση στον χώρο να έχει φτάσει όντως σε σημαντικό βάθος, υπάρχει μια μεγάλη ομάδα καλλιτεχνών, κυρίως των παλαιότερων γενεών, η οποία μοιάζει να συνεχίζει σαν να μην τρέχει τίποτα –και αστοχεί επανειλημμένως. Μια στο τόσο, όμως, πετυχαίνει κανείς προσπάθειες που, ενώ θεωρητικά δεν θα μπορούσαν να φτάσουν σε ένα αποτέλεσμα διαφορετικό του τετριμμένου, τελικά καταφέρνουν πολλά περισσότερα. Μια τέτοια προσπάθεια είναι κι αυτή πίσω από τον τελευταίο δίσκο του Μανώλη Λιδάκη.


Από μια άποψη, όλη η δομή του Μικρές Λεπτομέρειες μαρτυρά το δοκιμασμένο κι «ασφαλές» φορμάτ του πολυσυλλεκτικού δίσκου. Μπορεί στο εξώφυλλο να αναφέρονται μόνο 3 ονόματα, όμως ένα 25% των περιεχόμενων τραγουδιών (8 στο σύνολο, συν 1 ορχηστρικό) δεν υπογράφεται από τον Ανδρέα Κατσιγιάννη (μουσική) και τον Κώστα Καρτελιά (στίχοι). Αλλά και υφολογικά κοιτάει προς πολλές μεριές τούτη η δουλειά: παράδοση, λαϊκότητα, ηλεκτρισμός... Οι πρώτες εντυπώσεις παραπέμπουν λοιπόν σε κλασική περίπτωση ηχογραφήματος που στοχεύει σε άγρα όσο το δυνατόν μεγαλύτερου φάσματος ακροατών.

Κι όμως, υπάρχει μια σειρά από λεπτομέρειες (διόλου «μικρές»), οι οποίες ξεχωρίζουν τούτο τον δίσκο από τον σωρό. Υπάρχουν, κατ’ αρχάς, κάμποσα καλά τραγούδια εδώ. Μπορεί οι τεχνοτροπίες των μελωδιών του Κατσιγιάννη να περιέχουν σαφείς παραπομπές, όμως εντοπίζεται μια πηγαιότητα, μια ποιότητα και μια ως επί το πλείστον καλά σχεδιασμένη συμπόρευση με τις λέξεις του Καρτελιά. Οι ορχήστρες, επίσης, είναι καλοστεκούμενες, έστω κι αν η φαντασία απουσιάζει. Σαν εκφραστής όλων των παραπάνω, ο Λιδάκης ερμηνεύει εδώ σαν όντως να τον αφορούν πολύ τούτα τα κομμάτια: δωρικός, αφτιασίδωτος, παθιασμένος και βυθισμένος στα συνήθως ερεβώδη τοπία των ιστοριών.

Επιπλέον ατού του άλμπουμ είναι το ενιαίο κλίμα, καθώς και η απουσία άγχους για μεγαλοστομίες. Αντίθετα, μοιάζει η όλη δουλειά να γεννήθηκε μέσα σε ειλικρινείς καλλιτεχνικές συνθήκες, κάτι που συνάγεται και από την ύπαρξη εδώ 2 τραγουδιών σε μουσική του ίδιου του Λιδάκη –τα οποία, μάλιστα, είναι από τις καλύτερες στιγμές του συνόλου (“Το Φιλί” σε ποίηση Δέσποινας Δεμιρτζίδου, “Άγγελος Διαβάτης” σε στίχους Τασούλας Θωμαΐδου). Άλλες εξέχουσες στιγμές συναντώνται στα “Μαλλιά Λιτά”, “Στην Άκρη Των Ερώτων” και στο “Τελευταίο Τραγούδι”, με τη μόνη ένσταση να εντοπίζεται στο “Του Κάτω Κόσμου Θάλασσες”, όπου η απόπειρα περιδιάβασης της επικράτειας που ορίστηκε από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον Γιάννη Αγγελάκα καταλήγει σε μια μάλλον αδέξια σύνθεση.

Θυμάμαι να διαβάζω με μεγάλη συχνότητα στα πάλαι ποτέ κραταιά μουσικά έντυπα ότι ο Λιδάκης ήταν, τάχα μου, ο συναρπαστικότερος ερμηνευτής της εποχής. Δεν την εντόπισα ποτέ αυτή τη συναρπαστικότητα –και θεωρώ εκείνα τα σχόλια αποκυήματα συγκεκριμένης εμπορικής στόχευσης των μηχανισμών που προανέφερα. Όποτε πάντως τον ακούω τον Λιδάκη, νιώθω μια αμεσότητα στο πέρασμα του μηνύματος: μια αδιαμεσολάβητη επικοινωνία. Δεν είναι κάτι προφανές για έναν ερμηνευτή, ούτε και το συναντώ πάντα, ακόμα κι από θρύλους όπως λ.χ. ο Γιώργος Νταλάρας.

Στις Μικρές Λεπτομέρειες, όμως, εισπράττω ακριβώς αυτό: μια συνθήκη στην οποία ο καλλιτέχνης πράγματι θέλει να επικοινωνήσει και όχι απλώς να δηλώσει την παρουσία του.