+ -

search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Η τραγανή αμεσότητα των Coral και η οξυδέρκεια των Eels θρέφουν έναν δίσκο με όλες τις αρετές της ντόπιας ανεξάρτητης pop, ο οποίος αγαπάει τις στρογγυλές μελωδίες -έστω και αν βαδίζει σε χιλιοπατημένα μονοπάτια...

Label | Inner Ear
Κυκλοφορία | 12/2017
Βαθμολογία | 7

Από τα μελαγχολικά, βροχερά βράδια που έθρεψαν το Once Part Οf Α Whole Ship των Egg Hell (2014), μέχρι τη σπιτική θαλπωρή του φετινού Comfort Food, δεν έχουν αλλοιωθεί τα στοιχεία που κάνουν τη μουσική του Jef Maarawi απολαυστική.

Το ειρωνικό, αυτοσαρκαστικό του ύφος, βρίσκει δρόμο μέσα από τραγούδια με γήινα χρώματα, τα οποία πάση θυσία θέλουν να διατηρούν το βλέμμα μας σκυθρωπό. Τον ακούς δηλαδή να κραυγάζει με όλη τη δύναμή του ανάμεσα στις ασύμμετρες jazzy εκρήξεις του "Reverend Jones" ή να «ψυχεδελίζεται» ξυπόλητος σε folk μονοπάτια στο ομώνυμο "Comfort Food" και τον αισθάνεσαι κάπως δικό σου άνθρωπο.


Ο δίσκος έχει όλες τις αρετές που θα περίμενε κανείς από τη ντόπια σκηνή της ανεξάρτητης pop: ευπρεπή ατμόσφαιρα και πίστη στη στρογγυλή μελωδία. Διακρίνεις ξεκάθαρα πίσω από τα ρεφρέν την τραγανή αμεσότητα των Coral, την ελευθερία έκφρασης του Father John Misty, ακόμα και την οξυδέρκεια των Eels. Ο Maarawi διαθέτει τετράγωνη λογική και κοιτάζει σε συγκεκριμένο ορίζοντα. Συνεπαρμένος και ο ίδιος από τις δυνατότητες του δημιουργικού του ενστίκτου, μας συνεπαίρνει κι εμάς σε πολλά σημεία.

Το Comfort Food καταφέρνει εύκολα να ευθυγραμμιστεί με τις δικές μας ανάγκες απόλαυσης, καλώντας μας να ταιριάξουμε τη καθημερινή μας διάθεση με τις τρυφερές του μελωδίες. Σαν ικανός μουσικός, ο Maarawi βολοδέρνει με αυτοπεποίθηση στα αγαπημένα του μονοπάτια. Το μόνο ζήτημα είναι πως αυτά τα μονοπάτια δεν είναι κρυφά και αθέατα, δεν βγάζουν σε άγνωστα σημεία, ούτε εγκυμονούν κινδύνους τις νύχτες. Αντιθέτως, είναι πολυσύχναστα από brit pop τραγουδοποιούς και χιλιοπατημένα από εκατοντάδες indie συγκροτήματα, τα οποία μοιράζονται την ίδια τετράγωνη λογική και κοιτάζουν στον ίδιο συγκεκριμένο ορίζοντα.

Σε κάθε περίπτωση, ο Maarawi θα βρει τον δρόμο του σε ακροατές που δηλώνουν αστοί και ταγμένοι βιβλιοφάγοι, όσους ξέρουν πάντα τι λένε, αλλά μπορούν και σέβονται τα ελαφριά και τα φαινομενικώς ασήμαντα. Η συνετή και τρυφερή φωνή του θα τους συντροφεύσει στο μελαγχολικό daydreaming που τόσο έχουν ανάγκη, ιδιαίτερα σε κομμάτια σαν το καλόκαρδο "Coming Going" ή το εσωστρεφές "LA".

Δίσκοι όπως το Comfort Food μπορούν να προσδώσουν περιεχόμενο και coolness στην εντροπία της 30something απόδρασης μέσω της βιωματικής pop και μπορούν να μιλήσουν σε όλες τις ερωτικές γλώσσες του κόσμου. Ένα πιο προσεκτικό αυτί, όμως, θα ακούσει ταυτόχρονα χιλιάδες τέτοιες φωνές από αμέτρητες (ψηφιακές κυρίως) μεριές, με αποτέλεσμα να μην ξέρει πού να πρωτοστραφεί και πού να πρωτακουμπήσει. Και πράγματι, το Comfort Food δεν έχει τόση δύναμη για να φωνάξει πιο δυνατά από τον ομοιογενή θόρυβο και να τον καπελώσει. Ας όψεται λοιπόν η αγάπη και η ειλικρίνεια με την οποία έχει ηχογραφηθεί.