search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Η φρεσκάδα που χαρακτήριζε  την πρώτη εμφάνιση της θεσσαλονικιώτικης μπάντας απουσιάζει από το ντεμπούτο άλμπουμ της...

Label | Plus Rec
Κυκλοφορία | 7/2017
Βαθμολογία | 4

Καλώς εχόντων των πραγμάτων, το «περιτύλιγμα» ενός δίσκου θα πρέπει να προϊδεάζει τον ακροατή σχετικά με το περιεχόμενό του. Από την άποψη αυτή, το ντεμπούτο άλμπουμ των Θεσσαλονικιών Les Au Revoir (σχεδόν) ευστοχεί. Γιατί η εικόνα σύγχυσης που εκπέμπει το γκρουπ, καθώς τραγουδάει αποκλειστικά στα ελληνικά, αλλά επιλέγει εγγλέζικο τίτλο για τη δουλειά του και γαλλικό όνομα (για να ελαχιστοποιηθούν οι πιθανότητες μη κατηγοριοποίησής του στη συνομοταξία των Nouvelle Vague, φαντάζομαι), όντως απαντάται και στο ίδιο το υλικό του.

Η σύγχυση αυτή, βέβαια, δεν αποτελεί αποκλειστικότητα του συμπαθούς, κατά τα λοιπά, τρίο· είναι μάλλον ίδιον της εποχής. Μιας εποχής που ολοένα και πιο πολύ μοιάζει να οδηγεί τους καλλιτέχνες στο κοίταγμα προς τα πίσω –από φόβο για το μέλλον που προδιαγράφεται ζοφερό; Από αδυναμία κατανόησης και αποκωδικοποίησης του σήμερα; Από φυγοπονία; Σίγουρα κάθε περίπτωση είναι διαφορετική... Οι άνθρωποι, φυσικά, είναι φτιαγμένοι για να κοιτούν (και) πίσω, γι’ αυτό και μπορούν να στρίψουν το κεφάλι τους προς τα εκεί (όπως γράφει κάπου και ο Stephen King). Όμως το ζήτημα είναι τι μπορούν να φέρουν στο τώρα μέσα από μια τέτοια διαδικασία. Οι Les Au Revoir πολύ φοβάμαι ότι δεν έχουν κάτι πολύτιμο να μάς παρουσιάσουν.

Στο ντεμπούτο άλμπουμ τους, οι 3 μουσικοί ουσιαστικά συγκεντρώνουν όλα τα singles και τα remixes που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι στιγμής, προσθέτοντας 2 νέες ηχογραφήσεις. Πλάι δηλαδή στις ήδη γνωστές απόπειρές τους σε τραγούδια όπως τα “Θα Ξανάρθεις” (Κώστας Γιαννίδης/Αλέκος Σακελλάριος), “Άσε Με Να Φύγω” (Γιώργος Μανίκας/Νίκος Ελληναίος) και “Πολλές Φορές” (Μανώλης Χιώτης/Χρήστος Κολοκοτρώνης), βρίσκουν θέση τα “Σε Λυπάμαι” (Κώστας Γιαννίδης/Κώστας Κιούσης/Σώτος Πετράς) και “Ήρθες Αργά” (Κώστας Κοφινιώτης/Γιάννης Βέλλας). Κι όλα τους περνάνε από τη χαρακτηριστική μεταχείριση του γκρουπ, η οποία περιλαμβάνει στοιχεία lounge, swing, latin και electronica.

Υπάρχει ένα «γιατί;» που επικρέμεται κάθε ανάλογης δισκογραφικής προσπάθειας και ζητά απάντηση. Ποιος ο λόγος που επιχείρησαν τούτες τις διασκευές οι Les Au Revoir; Για καλλιτεχνικό λόγο ψάχνω –να ‘μαστε ‘ξηγημένοι– καθότι το εμπορικό διακύβευμα το αντιλαμβάνεται ο καθείς εύκολα: κορόιδο είσαι να μη θες να βρεις έτοιμες ταμάμ συνθέσεις, να τις «εκσυγχρονίσεις» και να τις αμολήσεις στις πίστες, ώστε να κάνεις τα κορμιά να λικνιστούν, τα βλέμματα να θολώσουν, τις αντιστάσεις να χαλαρώσουν; Υπάρχει όμως κάτι στο Retro’ Clock, πέρα από την επιδίωξη ενός τέτοιου στόχου;

Η απάντηση θα μπορούσε να είναι θετική, αν ανιχνεύονταν στοιχεία ειλικρινούς έκφρασης στις εν λόγω αποτυπώσεις. Όμως η αίσθηση που μένει δεν είναι ακριβώς αυτή: ο ήχος των Les Au Revoir, παρότι τεχνικά άρτιος και υφολογικά διεξοδικός, δεν μοιάζει να καίγεται και πολύ για το τι κλήθηκε να υπηρετήσει. Ο τρόπος λ.χ. με τον οποίον ερμηνεύει συνήθως η Αλεξάνδρα Μπουνάτσα μαρτυρά μεν άνεση, προδίδει δε την ελάχιστη επαφή της με τις λέξεις και τα νοήματα. Πέραν αυτών, δεν αποκαλύπτονται αθέατες πλευρές των τραγουδιών μέσα από την προσέγγιση που τους επιφυλάσσουν οι Κώστας Καραμήτσος (πλήκτρα, προγραμματισμός) & Λεωνίδας Αναγνώστου (κιθάρα) –αν και σε κάποιες λίγες στιγμές συμβαίνει να τους επιβάλλονται στοιχεία που απλώς τα κάνουν να φαίνονται γκροτέσκα: οι “Θαλασσιές Οι Χάντρες” (Μίμης Πλέσσας/Κώστας Πρετεντέρης), για παράδειγμα, καταλήγουν να ηχούν ως παρωδία.

Δεν προσπαθώ εδώ να υποστηρίξω λογικές τύπου «μην αγγίζετε», ας γίνει ξεκάθαρο αυτό. Το ότι υπάρχουν τέτοιου είδους λοξοδρομήσεις εντός του Retro’ Clock μαρτυρά ότι οι Les Au Revoir τουλάχιστον επέλεξαν να ρισκάρουν –έστω λελογισμένα– και κάτι τέτοιο τους τιμά. Αλλά το αποτέλεσμα δεν τους δικαιώνει, κατά την άποψή μου. Φαίνεται πως το γκρουπ θέλησε περισσότερο να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας συγκεκριμένης αγοράς, παρά να βρει τις διεξόδους για κάποια εκφραστική ανάγκη που έκαιγε τη συλλογική συνείδησή του. Κάπως έτσι, η φρεσκάδα που χαρακτήριζε εκείνη την πρώτη εμφάνισή τους με το “Θα Ξανάρθεις” απουσιάζει από το μεγαλύτερο μέρος του ντεμπούτο τους, κάνοντάς το να αποτελεί μια διόλου χαρακτηριστική κυκλοφορία, από εκείνες που κατακλύζουν τη σημερινή, ρετρόπληκτη παγκόσμια δισκογραφία.