search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Μπαίνεις με το δεξί μα βγαίνεις με το αριστερό, σε έναν δίσκο που έχει κάτι να πει, μα την ίδια στιγμή δείχνει και να το χάνει...

Label | Minos-EMI/Universal
Κυκλοφορία | 3/2017
Βαθμολογία | 6

Μια χαριτωμενιά στην κιθάρα και μια εκφραστική απόδοση της παραδοχής «άλλαξαν πολλά» σε κλίμα «αλλάζουμε όλοι, όπως αλλάζει κι η πόλη, όπως αλλάξαν στις μέρες μας πολλά», σε βάζουν με το δεξί στον νέο δίσκο του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα.

12 τραγούδια αργότερα, βρίσκεσαι να βγαίνεις με το …αριστερό, ενοχλημένος από τα δραματικά κλισέ του “Πατρίδες Που Έγιναν Φωτιά” και κονιορτοποιημένος από την αποστείρωση με την οποία τραγουδά ο Γιώργος Νταλάρας, σε μια all-star σύμπραξη-αχταρμά με Μάριο Φραγκούλη, Πάνο Μουζουράκη, Γιάννη Κότσιρα, Ελεωνόρα Ζουγανέλη κτλ., από την οποία, αν σώζεται κάτι, είναι το χρώμα της φωνής του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Ναι, ξέρω, ο Μάνος Ελευθερίου είναι εγνωσμένης αξίας στιχουργός (είναι) και ο σκοπός είναι καλός, αφού στηρίζεται έτσι το International Foundation for Greece. Ας πούμε ότι μάλλον δεν θα τα βρούμε ποτέ κριτικοί και φιλανθρωπικές ηχογραφήσεις και ας το λήξουμε εδώ.

Τα τελευταία χρόνια, ο Μαχαιρίτσας ανοίγεται περισσότερο στις συνεντεύξεις. Σε μια παλιότερή του εδώ, τον θυμάμαι να λέει στον Στυλιανό Τζιρίτα για τις προσδοκίες του κοινού που κάπου καπέλωσαν τις επιλογές του, με αφορμή τον “Θίασο”, ένα σπουδαίο τραγούδι το οποίο ερμήνευσε εξαιρετικά, μα δεν «πέρασε» στα ραδιόφωνα που (λένε πως) νοιάζονται για το εγχώριο ρεπερτόριο. Σε άλλες, λέει άφοβα έναν καλό λόγο για τον Βασίλη Καρρά –σε παλαιότερες εποχές ίσως να τον κρατούσε για τους φίλους του– ή μέμφεται τον Αλέξη Τσίπρα: όχι ως ένας ακόμα Πασοκογκρινιάρης, ο οποίος πίστεψε σε εκείνον περισσότερο από τη Φώφη (και σίγουρα τον Βενιζέλο), μα ως ζώον πολιτικό, με εγνωσμένα αριστερά παράσημα.


Όμως οι δίσκοι του, δεν κάνουν κανένα ανάλογο βήμα μπροστά. Είτε σε Διάλειμμα Δύο Ζωών (2001), είτε σε αναζήτηση Θαύματος (2004), είτε σε Αλκυονίδες Μέρες (2005), είτε ψηλαφώντας Ήρωες με Καρμπόν (2006) και Αγγέλους στη Μεσόγειο (2012), είτε διαπιστώνοντας την Τρύπα στο Νερό (2014), ο Μαχαιρίτσας σε υποβάλλει σε διαρκή σκωτσέζικα ντουζ, με μέτριες δουλειές, οι οποίες, την ίδια στιγμή που σε κάνουν να του βγάζεις το καπέλο, σε κάνουν και να σιχτιρίσεις. Το Άλλαξαν Πολλά δεν αποτελεί εξαίρεση.

Υπάρχει τώρα μια κουβέντα που μπορεί να ανοίξει εδώ για θέματα παραγωγής ή για το πώς λ.χ. ακούγονται οι ηλεκτρικές κιθάρες, στην οποία πάντως δεν θέλω να επιμείνω –κι ας πιστεύω ότι ο Μαχαιρίτσας θα μπορούσε πράγματι να ευνοηθεί από πιο φρέσκες προσεγγίσεις. Ας κάνουν όμως οι νεότεροι πρώτα το χρέος τους, που (διεθνώς) απλώς λουστράρουν παλαιότερους ήχους με την κριτική να τους χαϊδεύει τ’ αυτιά ενόσω αναβιώνουν την αναβίωση, και μετά μπορούμε να τα βάλουμε αν επιμένετε και με έναν 60άρη δημιουργό, που προτιμά την ασφάλεια όσων διαδρομών έχει χιλιοπερπατήσει για να εκφραστεί· τουλάχιστον έχει βιωματική σχέση μαζί τους.

Περισσότερο ίσως φταίει η ρημάδα λογική του «πολυσυλλεκτικού άλμπουμ», η οποία θέτει στο επίκεντρο όλα όσα θεωρούνται μαχαιρίτσια δεδομένα, στοιβάζοντας επιλογές φτιαγμένες με άξονα τα (εδώ και πολλά χρόνια) παγιωμένα. Δεν υπάρχει λοιπόν ρίσκο, κανείς δεν νοιάζεται να αμφισβητήσει λίγο τον παράγοντα Λαυρέντη, να τον ξεκουνήσει, να τον βγάλει έξω από τα νερά του. Μέσα σε ένα τόσο συγκεκριμένο πλαίσιο, ορισμένοι επιτυγχάνουν να του δώσουν κάτι τις με ενδιαφέρον, ενώ άλλοι αρκούνται σε ένα πατρόν, επιλέγοντας απλά αν θα έχει ερωτικό ή κοινωνικό περιεχόμενο. Ο ίδιος ο Μαχαιρίτσας, βέβαια, δεν είναι άμοιρος ευθυνών: όχι μόνο γιατί δικά του είναι (συνθετικά) τα 8 από τα 13 κομμάτια του Άλλαξαν Πολλά, μα και επειδή –φαντάζομαι– κάνει την τελική διαλογή από τα όσα του προσφέρονται για το τι θα ηχογραφηθεί και τι όχι.

Το “Άλλαξαν Πολλά” είναι ένα νόστιμο άσμα, το οποίο το διαδέχεται η καλύτερη στιγμή του άλμπουμ –ο “Υπνοβάτης”, σε στίχους Λίνας Δημοπούλου, με διακριτικά δεύτερα φωνητικά από την Idra Kayne. Ο “Πάρης” είναι ένα επίσης αξιοπρόσεχτο κομμάτι, με εύστοχη χρήση των ομοιοκαταληξιών εκ μέρους του Ισαάκ Σούση στο ρεφρέν, ενώ υπάρχει και μια διασκευή στο “Απορώ” του Γιάννη Πάριου, που το φέρνει στα μέτρα του Μαχαιρίτσα μια ηλεκτρική κιθάρα με ευθεία παραπομπή στον Eric Clapton· δεν είναι άσχημη προσπάθεια: μπορεί να χάνει σε σύγκριση με το πρωτότυπο, μα τουλάχιστον διαθέτει προσωπική χροιά. Από εκεί και πέρα, ωστόσο, το υπόλοιπο άλμπουμ απλώς βουλιάζει σε τραγούδια που δεν έχουν κάτι να πουν, με εξαίρεση την ψιλοσυμπαθή μπαλάντα “Κουζίνα” και τη ζωντάνια που διακρίνει τη (μέτρια, στιχουργικά) αλληγορία της “Παράγκας”.

Μένουν λοιπόν μερικές στιγμές άξιες αναφοράς, ικανές να διατηρήσουν τον Μαχαιρίτσα στο προσκήνιο ως δημιουργό που έχει ακόμα κάτι να πει. Ξέρω ότι δεν είναι λίγο. Ίσως θα πρέπει μάλιστα να αποδεχθώ πως φεύγω και με πολλά, εφόσον μιλάμε για το 18ο προσωπικό του άλμπουμ, σε μια σόλο διαδρομή που βαστάει πια κοντά 30 χρόνια. Ένας διάολος ωστόσο επιμένει ότι ο τραγουδοποιός θα μπορούσε να καταφέρει και περισσότερα, κάνοντάς με γκρινιάρη. Άλλαξαν πράγματι πολλά· ίσως όμως να μη βλάπτει να αλλάξουν και μερικά ακόμα.