search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Η καλύτερη μέχρι τώρα δουλειά του εγχώριου σαξοφωνίστα, που φανερώνει μεγάλη άνεση στο πώς ενσωματώνει όσες τζαζ ή φανκ παραδόσεις επικαλείται, χωρίς να χάνει την αντίληψή του για τα σύγχρονα δρώμενα...

Label | Puzzlemusik
Κυκλοφορία | 5/2017
Βαθμολογία | 8

10 χρόνια συμπληρώνει στη δισκογραφία (και στην Puzzlemusik) ο σαξοφωνίστας Γιάννης Κασσέτας και το γιορτάζει με τον δέοντα τρόπο, κυκλοφορώντας δηλαδή την καλύτερη μέχρι τώρα δουλειά του. Καλύτερη, κυρίως λόγω των προκλήσεων ενώπιον των οποίων θέτει τον εαυτό του (και των τρόπων αντιμετώπισής τους), αλλά βεβαίως και λόγω καθ’ αυτού του αισθητικού αποτελέσματος.

Μία από αυτές τις προκλήσεις άπτεται, νομίζω, της ενορχήστρωσης, δηλαδή το πώς ο Κασσέτας χειρίζεται τις δυνατότητες της μεγάλης ορχήστρας του. 16 συνολικά μουσικοί συμμετέχουν στο Northern Lights, όχι όλοι μαζί, αλλά εναλλασσόμενοι σε πολλούς και διαφορετικούς συνδυασμούς, και πάντως πάντοτε αρκετοί, για να δίνουν στον δίσκο έναν ήχο γεμάτο (και ταυτόχρονα αρκετά ελαφρύ, δηλαδή ευλύγιστο), μα και λεπτομερή στις επί μέρους αποχρώσεις του.


Ένα παράδειγμα για αυτό είναι οι διάφορες συναρμογές στον τομέα των πνευστών, όπου φυσικά «προεδρεύει» ο ίδιος στο τενόρο σαξόφωνο, επαξίως συνοδευόμενος από τον Τάκη Πατερέλη επίσης στο τενόρο, τον Δημήτρη Τσάκα στο άλτο, τον Δημήτρη Παπαδόπουλο στην τρομπέτα, τον Αντώνη Ανδρέου στο τρομπόνι, αλλά και τον Craig Handy, έναν Αμερικανό τενόρο σαξοφωνίστα με ζηλευτό βιογραφικό. Το ζήτημα εδώ δεν έγκειται μόνο στο πόσο πλούσιος είναι ο συγκεκριμένος ηχητικός χώρος (αυτό θα πρέπει να θεωρείται περίπου δεδομένο με τόσες επιλογές), αλλά στη σύνεση με την οποία χρησιμοποιεί ο Κασσέτας έναν τέτοιον πλούτο, σ’ εκείνο το σοφό «τόσο, όσο». Νομίζω πως ανάλογο μέτρο υπάρχει σε όλο το Northern Lights: μια καλοζυγισμένη οικονομία των πραγμάτων, η οποία θέτει ως προτεραιότητα τη διατήρηση της μουσικής σε διαρκή ευκινησία, αποτρέποντάς τη από να είναι ή να φαίνεται παραφορτωμένη, άρα περισσότερο στατική. Και, ως γνωστόν, «πέτρα που κυλάει δεν χορταριάζει».

Η μουσική διέρχεται έτσι από πολλές θέσεις και διαθέσεις, είτε στοχεύοντας σε ένα ευθύβολο γκρουβ, είτε αφήνοντας τον εαυτό της σε μία πιο χαμηλότονη μελαγχολία, να χαζεύει το Βόρειο Σέλας. Αντιστοίχως πολλές είναι και οι αναφορές που επικαλείται ο Κασσέτας, παίζοντας στα χωράφια αυτού που παλαιότερα λέγαμε fusion (όρος που μάλλον έχασε το νόημά του σε μία εποχή στην οποία όλα –ή τα περισσότερα– είναι fusion εξ ορισμού). Εδώ, η αξία της δουλειάς του Γιάννη Κασσέτα έγκειται στον τρόπο με τον οποίον ενσωματώνει τις διάφορες παραδόσεις (της τζαζ, της φανκ ή του συνδυασμού τους), αλλά και στο πώς καταφέρνει να τις αναμείξει με την καλή αντίληψη που έχει για τα σύγχρονα δρώμενα. Ως προς το τελευταίο, νομίζω πως είναι άξια αναφοράς η περιστασιακή –σε κάποια δηλαδή tracks– ή η πιο μόνιμη συνεργασία του με όλον τον βασικό πυρήνα των Next Step Quintet (δηλαδή τον Ντίνο Μάνο στο κοντραμπάσο, τον Γιάννη Παπαδόπουλο στο πιάνο, τον Θοδωρή Κότσιφα στην κιθάρα και τον Βασίλη Ποδαρά στα τύμπανα), καθώς κι εκείνη με τον Κωστή Χριστοδούλου (πιάνο), που επίσης φανερώνει καλή αίσθηση του σύγχρονου γίγνεσθαι (κι όχι μόνο του τζαζ γίγνεσθαι).

Ένα εξίσου καλό παράδειγμα, ως προς την ευκινησία του δίσκου, είναι τα πώς, πότε και γιατί πίσω από τις εναλλαγές μεταξύ του κοντραμπάσου του Μάνου και του ηλεκτρικού μπάσου του Γιώργου Δημητριάδη. Κάτι που φυσικά φαίνεται ολοκάθαρα στο τελευταίο από τα 5 μέρη της “Dark Suite” (το οποίο πολύ εύστοχα τιτλοφορείται “Parallel Realities”), που περνάει σχεδόν όλη τη σύντομη ύπαρξή του (σκάρτα 3 λεπτά) σε ένα συνεχές πέρα-δώθε μεταξύ ενός ζωηρού γκρουβ και αποδομητικών καταβυθίσεων, προτού σταθεροποιηθεί για λίγο στο πρώτο. Εδώ η εναλλαγή των δύο μπάσων είναι κεντρική, καθώς ο Κασσέτας ορίζει με αυτά τις συντεταγμένες, αξιοποιώντας όμορφα τους διακριτούς τους χαρακτήρες.

Στο Northern Lights ο ακροατής και η ακροάτρια θα βρουν αρκετά σημεία εστίασης, είτε αφορούν την ενορχήστρωση, είτε τη σύνθεση (ένα άλλο πεδίο προκλήσεων, στο οποίο ο Κασσέτας ανταπεξέρχεται με επιτυχία), είτε τους τρόπους με τους οποίους όλα αυτά ερμηνεύονται από τους μουσικούς, δηλαδή τα καθαρά και αξιόπιστα παιξίματα (συμπληρωματικά στα παραπάνω, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και τις όμορφες συνέργιες μεταξύ του rhodes του Δημήτρη Σεβδαλή και της κιθάρας του Απόστολου Λεβεντόπουλου).

Ίσως αν υπάρχει μία ένσταση, έχει να κάνει με μια τάση της γραφής του Κασσέτα να γίνεται κάποιες φορές φορμαλιστική, όμως κι αυτή λίγο ενοχλεί μέσα στην όλη ζωηράδα του δίσκου.