search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Προσγειώνεται στο κεφάλι μας φλεγόμενος, μαινόμενος, (εξ)οργισμένος, διεκδικώντας τη δική του σπιθαμή γης, την ίδια όμως στιγμή ξοδεύεται και σε ένα άσκοπο νταηλίκι...

Label | RNS/Dynasty
Κυκλοφορία | 1/2017
Βαθμολογία | 6

Ίδια εποχή βγήκαν φέτος οι νέοι δίσκοι του Κανόνα και του Θύτη, με αποτέλεσμα να γίνουν αντικείμενο διάφορων συγκρίσεων στα «εσωτερικά» της εγχώριας χιπ χοπ κοινότητας, αφού οι δυο ράπερ είναι γενικά πολύ κοντά σε στυλ και αισθητική, χώρια τη συμμετοχή στους RNS και τις κοινές τους δράσεις.

Σε αντίθεση πάντως με τον Κανόνα, που στο Βίος Και Αλητεία (δες εδώ) κατέγραψε μια εξέλιξη σε ερμηνείες και λεξιλόγιο δίχως να χάσει σε βιωματικό χαρακτήρα ή σε στυγνό ρεαλισμό, ο Θύτης διατηρείται στάσιμα σταθερός σε αυτό το 3ο του προσωπικό βήμα. Κάτι που έχει τα καλά του, μα έχει και τα στραβά του.


Από τη μία, δηλαδή, ο Περιστεριώτης ράπερ παραμένει πιστός σε ένα επιθετικό χιπ χοπ που γενικά είναι σε θέση να υπερασπιστεί με πειθώ, ειδικά όταν το «οπλίζει» με καίριες στιχουργικές αναφορές, οι οποίες αντανακλούν όψεις της ζωής στο σύγχρονο αστικό περιθώριο ("Μόνοι", "Αστικοί Ναυαγοί", "Οι Γείτονες", σε ένα φοβερό εναρκτήριο σλάλομ). Μοιάζει πράγματι μπριζωμένος σε μια Αποστολή Αυτοκτονίας ο Θύτης, λες και είναι ορκισμένος να εκπροσωπήσει όσους παλεύουν να ισορροπήσουν στην εξαθλίωση, με τις όποιες προοπτικές συχνά να μοιάζουν ακόμα πιο δυσοίωνες από την πραγματικότητα που ήδη βιώνουν («παίζει να σκοτωθείς, αυτή δεν είναι προσομοίωση»). Όπως είναι λογικό, ένας τέτοιος κόσμος δεν μπορεί να συνδιαλλαγεί με το 'σεις και με το σας: προσγειώνεται στο κεφάλι μας φλεγόμενος, μαινόμενος, (εξ)οργισμένος, διεκδικώντας τη δική του σπιθαμή γης.

Από την άλλη, ο Θύτης κάπου εγκλωβίζεται μέσα σε όλα τούτα. Ως ράπερ πρώτα-πρώτα ποντάρει και πάλι τα πάντα στη φλόγα του, (ψιλο)αδιαφορώντας για ζητήματα τεχνικής και εκφραστικότητας. Ως δημιουργός, επίσης, χάνεται στον μικρόκοσμο για τον οποίον θέλει να μιλήσει. Ενώ δηλαδή οι στίχοι του μπορούν να δώσουν πόνο ακριβώς γιατί μιλάνε για πράγματα που εμπεριέχουν βία και πόνο, σε κάμποσες περιστάσεις γλιστράνε σε ένα άσκοπο νταηλίκι, σε ένα ατελείωτο «θα σου δείξω εγώ», το οποίο όχι μόνο κουράζει, μα και απογοητεύει. Στιγμές δηλαδή σαν τα "Μην Πλησιάζεις", "Σέντρα", "Θα Έχεις Κηδεία" και "Όλοι Τα Αρχίδια Μας Θα Πάρουνε", δεν εκφράζουν παρά ένα άγονο battle, στο οποίο ο Θύτης μοιάζει να ξοδεύεται χωρίς φειδώ, αδικώντας εαυτόν. Ακόμα και μουσικά, αφού σε ορισμένα κομμάτια θαυμάζουμε τις λαμπρές ιδέες (η εξαιρετική τρομπέτα στο "Φτάνει Πια", το sample όπου πατάει το "Γενιά Του Χάους", το κομψό beat στο εναρκτήριο "Μόνοι"), ενώ σε άλλα τα πάντα αφήνονται να κυλήσουν στο ρελαντί, απλά και μόνο για να πέσει ένας ακόμα λεκτικός τσαμπουκάς.

Εν τέλει, μένεις με ένα άλμπουμ με υπερβολικές μεταπτώσεις ενδιαφέροντος, που ναι μεν διαθέτει το απαραίτητο βιωματικό πρόσημο και έναν αδιαφιλονίκητα underground χαρακτήρα, μα χτίζει πάνω τους λιγότερα από όσα πραγματικά μπορεί. Κι έτσι, είναι την ίδια στιγμή ο δίσκος που περιέχει ένα από τα καλύτερα χιπ χοπ τραγούδια των τελευταίων ετών ("Γενιά Του Χάους", με συμμετοχή Τζαμάλ και με φοβερή συντροφική πάσα στους punks της "Μπασταρδοκρατίας"), μα και ένας δίσκος που αυτοπεριορίζεται, αδυνατώντας να ξεσκαρτάρει όσα βαρίδια τον κρατάνε πίσω.