search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Με τον χαρακτηριστικό ήχο του σιτάρ, χτίζει μια περίτεχνη γέφυρα από από την ινδική χερσόνησο στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, μα και έναν δίσκο με πνευματική και συναισθηματική διαύγεια...

Label | Πολιτιστική Δράση ΕΜΣΕ
Κυκλοφορία | 3/2017
Βαθμολογία | 7

Είναι φορές που η μουσική (φυσικά και οι συλλογισμοί που την καθοδηγούνε) μοιάζει εμβαπτισμένη στο τρέχον, στο επείγον παρόν. Είναι άλλες που μοιάζει σαν απλώς να αποτραβιέται, να αδιαφορεί για τον χρόνο και την ιστορία του και να κοιτάζει τον άχρονο, τον σχεδόν εκτός ιστορίας χώρο. Κάπως έτσι, φαντάζομαι, βλέπουν οι Κρητικοί τον Ψηλορείτη, όταν τον τραγουδάνε: ως το αιώνιο και άρα ως το μόνο αληθώς αληθές.

Βεβαίως ο Δημήτρης Ρουμελιώτης λίγο έχει να κάνει με την Κρήτη, καθώς ο ίδιος παίζει σιτάρ και αφήνει τη δική του μουσική διάνοια σε ινδικές ragas. Επικαλείται όμως με αυτές (ή ακριβέστερα με τις συνθέσεις που δημιουργεί με αφετηρία αυτές) μια παρομοίως άχρονη χρονικότητα και έναν παρόμοιο υπερβατισμό, ο οποίος ίσως να μην έχει ως αντικείμενό του έναν φυσικό όγκο, αλλά επαφίεται σε μια αντίστοιχη αναχώρηση από την ιστορία και τις αναγκαιότητές της. Σε μια τέτοια αναχώρηση, στην οποία ο άνθρωπος συναντούσε ανέκαθεν εκείνο που τον υπερβαίνει, εκεί βρίσκει ίσως και το Ιχώρ το σημείο που παλαιότερα ονομάζανε μέθεξη και σ’ εμάς σήμερα μπορεί να μεταφραστεί ως ψυχεδέλεια· ο στόχος, μια φορά, παραμένει ο ίδιος: εκείνο δηλαδή που θα ορίζαμε ως συνείδηση.

Πάνω σε μια τέτοια ερμηνεία, μπορούμε να δούμε ως απολύτως συνεπή την είσοδο στο παιχνίδι της ποίησης του Νικηφόρου Βρεττάκου, η οποία συμβάλλει τα μέγιστα για την πιο όμορφη στιγμή ενός όμορφου δίσκου. Ο Ρουμελιώτης αφήνει τον ποιητή να ονοματίσει τη σύνθεση (“«Τον κόσμο που ονειρεύτηκα…»”), απαγγέλει τους στίχους του, δανείζεται την κοσμική τους ελεγεία –τον ύμνο στο φως που κατασιγάζει τα πάντα– και χειρίζεται υποδειγματικά τις μεταπτώσεις τους, καθώς το αρχικό δέος του ονείρουκουβαλάω στους ώμους κολώνες φωτός») αναμετριέται με την πραγματικότητατον κόσμο που ονειρεύτηκα δεν ευδόκησα να τον δω»). Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Ρουμελιώτης βρίσκει μια αδερφή ψυχή για να φτιάξει μαζί του «μια, ροή μουσικής, από σύμπαν σε σύμπαν».

Η επίκληση του σύμπαντος είναι βέβαια σημαντική, ίσως όμως πιο ενδιαφέρουσα να είναι η ροή ως προσδιοριστικό της μουσικής. Μου φαίνεται πως ταιριάζει γάντι στην προκείμενη περίπτωση, καθώς το Ιχώρ δεν θρέφεται μόνο από τις ινδικές ragas και τον χαρακτηριστικό ήχο του σιτάρ. Άλλωστε ο Ρουμελιώτης δεν έχει μεγαλώσει στο Νέο Δελχί, αλλά (απ’ όσο καταλαβαίνω) στην Αθήνα και έχει την οξύνοια να καλοδέχεται τις μουσικές του μνήμες, όταν εκείνες ξεπηδούν, Κύριος οίδε από πού, με τον συνήθη αυτοματισμό τους.

Έτσι, φτιάχνει όντως μια «ροή μουσικής», μια περίτεχνη και προσεκτικά χτισμένη γέφυρα από την ινδική χερσόνησο στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου ή αντιστρόφως, η οποία δεν ξέρω κατά πόσο είναι ξεκάθαρη ή εξηγήσιμη με μουσικολογικούς όρους, μοιάζει όμως να είναι με όρους αισθητικούς ή συμβολικούς. Σίγουρα δεν θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε τον Ρουμελιώτη για πολιτισμική λογοκλοπή· θα ήταν πιο δίκαιο, ίσως και πιο ακριβές, να τον θεωρήσουμε ως έναν έξοχο μεταφραστή μουσικής, ικανό να υπάρχει και στους δύο ηχητικούς τόπους ταυτόχρονα.

Φυσικά, δεν κάνει το ταξίδι μόνος με το σιτάρ του, καθώς –πέρα από τον Βρεττάκο– έχει μαζί του το σχήμα Ιχώρ, το οποίο ίδρυσε το 1999 κι εδώ συναποτελείται από τους Ορέστη Ζαφειρόπουλο (τσέλο), Satnam Ghai (τάμπλα), Γιάννη Ευσταθόπουλο (κρουστά), Δανάη Ρουμελιώτη (βιολί), Λυδία Ρουμελιώτη (κανονάκι) & Ξένια Κατσάρη (ταμπουρά). Μια ορχήστρα που στέκεται θαυμάσια μέσα στους απλωμένους χρόνους των συνθέσεων και στις απαιτήσεις της ροϊκής τους φύσης, έτοιμη να πάρει κι εκείνη τις πρωτοβουλίες της όπου χρειαστεί (δίνοντας π.χ. μία από τις πιο δυνατές στιγμές του δίσκου, στο σόλο του τσέλου στην “Πρωινή Σελήνη”).

Ίσως το μόνο σημείο που κλωτσάει στα δικά μου αυτιά να είναι η επιλογή του Ρουμελιώτη να ντύσει την εξαιρετική κατά τα λοιπά σύνθεση “Μετάγγιση” με τους δικούς του στίχους (γραμμένοι, όπως ο ίδιος λέει, ως σχόλιο για τη σημερινή κατάσταση της χώρας), όπου πρωταγωνιστούν «αρχαίοι ναοί, ερείπια συντρίμμια», «καμμένοι σταυροί, καντήλια σπασμένα» και το σχήμα «ήρθαν με δόλο οι εχθροί, με δώρα και θωπείες». Και κλωτσάει γιατί πίσω τους ακούω μια γνωστή αφήγηση, στην οποία η ελληνικότητα παρουσιάζεται ως μια αιώνια ουσία που βάλλεται στα θεμέλιά της από μυστηριώδεις και πανούργους εχθρούς κι όμως στο τέλος επιβιώνει επικαλούμενη ακριβώς την αιωνιότητά της· αφήγηση η οποία δεν νομίζω ότι προσθέτει πολλά στην πνευματική και συναισθηματική διαύγεια που γενικώς χαρακτηρίζει το Ιχώρ.