search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Δυναμικές ερμηνείες και τραγούδια για όλα τα γούστα, ορισμένα μάλιστα με «βαριές» υπογραφές. Λείπει όμως η αίσθηση μιας συγκεκριμένης ταυτότητας, που πλέον κρίνεται απαραίτητη...

Label | Όγδοο
Κυκλοφορία | 7/2017
Βαθμολογία | 7

Για μερικούς τραγουδιστές έχουν «κλειδώσει» κάποιοι χαρακτηρισμοί και έχουν παγιωθεί συγκεκριμένες απόψεις, μέσα στα χρόνια. Για τον Δημήτρη Μπάση, επί παραδείγματι, παραδέχονται όλοι ότι είναι ένας εξαιρετικός ερμηνευτής, που με ένα πιο προσεγμένο ρεπερτόριο θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο αποδεκτός και επιτυχημένος. Κλισέ βέβαια η άποψη και πολυφορεμένη· ως εκ τούτου, όμως, κρύβει πίσω της κι ένα κομμάτι της αλήθειας.

Αλλά τέτοιες «αλήθειες» προκαλούν καλλιτεχνικό άγχος στον εκάστοτε ερμηνευτή, που απεγνωσμένα –πολλές φορές– προσπαθεί να τις αποτινάξει με κάθε επόμενο δισκογραφικό και ρεπερτοριακό βήμα. Έτσι δημιουργείται μπροστά του ένας «στόχος», τον οποίον καλείται να κατακτήσει, ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι συνταγή της επιτυχίας (τελικά) δεν υπάρχει. Για τον Μπάση, επιπροσθέτως, η επιτυχία έχει ήδη επιτευχθεί. Για σκεφτείτε: ποιους συνθέτες και στιχουργούς έχει τραγουδήσει; Με ποιους ερμηνευτές έχει συνεργαστεί; Σκεφτείτε, τέλος, την αποδοχή και την αναγνώριση που απολαμβάνει από το σινάφι. Φάνηκε άλλωστε και στην πρόσφατη «γιορτή» του για τα 20 χρόνια στη δισκογραφία, στην Τεχνόπολη (περισσότερα εδώ).

Ερχόμαστε λοιπόν στο προκείμενο, στον νέο του δηλαδή δίσκο Τι Τα Θέλεις. Πρόκειται για πολυσυλλεκτική δουλειά με σημαντικές υπογραφές (με σειρά ακρόασης): Ανδρέας Κατσιγιάννης, Νίκος Αναγνωστάκης, Χρήστος Νικολόπουλος, Αντώνης Ανδρικάκης, Μίλτος Πασχαλίδης, Πόλυς Κυριάκου, Μάνος Ελευθερίου, Θάνος Μικρούτσικος, Βασίλης Γιαννόπουλος, Χρήστος Παναγιωτόπουλος και Οδυσσέας Ιωάννου. Ονόματα-εγγύηση, που προίκισαν τον Μπάση με καλά (στο σύνολό τους) τραγούδια, στιγμές ιδιαίτερες και ξεχωριστές, δημιουργίες που εμπλουτίζουν το ρεπερτόριό του, δίνοντάς του ακόμα περισσότερες επιλογές στα live.

Από το ανατριχιαστικό λ.χ. "Δεν Είναι Μόδα Πια Τα Γκρι" (με την ερμηνευτική σύμπραξη του Θάνου Μικρούτσικου), στο ευδιάθετο "Χόρεψε Στην Καταιγίδα" κι από το χάλκινο "Τι Τα Θέλεις" στο μελαγχολικό "Πάλι Η Βροχή" –ένα ξεχωριστό, ατμοσφαιρικό τραγούδι, παρόλη την επανάληψη της φράσης «κάθε μέρα» στον στίχο (του Νίκου Αναγνωστάκη)– δημιουργείται ένα κλίμα. Από κοντά και το "Πάμε Μια Βόλτα", το οποίο θυμίζει ανεμελιά της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, το «νταλαρικό» "Μέτρησα Τα Λάθη Μου", αλλά και ο "Τρελός" με τον εντυπωσιακό στίχο (επίσης του Αναγνωστάκη) «πες μου πώς να ανασάνεις με μια στάλα αναπνοή, μ’ έναν αέρα που τον ψάχνεις στου αλλουνού την εκπνοή».

Συνολικά, λοιπόν, ο δίσκος είναι υψηλού επιπέδου: περιλαμβάνει δυναμικές ερμηνείες και τραγούδια για όλα τα γούστα. Σε κάποια «ακούς» σαν επιρροές καλά μπολιασμένες τον Δημήτρη Μητροπάνο, σε κάποια τον Γιώργο Νταλάρα και σε μερικά άλλα τον Γιάννη Βογιατζή. Σημαντική για τη δουλειά (που αποτελούσε συνάμα και όνειρο του ερμηνευτή) η ύπαρξη των τραγουδιών του Μικρούτσικου εντός της. Ειδικά το "Μοιράζουν Τη Ζωή Σε Μεροκάματα" μοιάζει με καθυστερημένο γραμμάτιο, που μόλις εξοφλήθηκε (η πρώτη του εκτέλεση από τον Γιάννη Κούτρα, δεν ευτύχησε).

Όλα όμως αυτά τα «ατού», αποτελούν παράλληλα και το μοναδικό μειονέκτημα του δίσκου, μαζί με το ολότελα ακαλαίσθητο artwork, το οποίο παραπέμπει σε πρακτικές κυκλοφοριών τραγουδιστών πίστας: απουσιάζει η συνοχή (χωρίς να είναι βέβαια απαραίτητη ντε και σώνει). Μοιάζει το Τι Τα Θέλεις με τη μάζωξη μιας παρέας σε ένα σπίτι, όπου παίζει μουσική από το YouTube και ο καθένας πατάει play στο αγαπημένο του τραγούδι· λίγο μπουζούκι, λίγη pop, ένα ζεϊμπέκικο, ένα πολιτικό κομμάτι, ένα ερωτικό, μια μπαλάντα κ.ο.κ.

Ξαναλέω: δεν είναι κακό, ειδικά από τη στιγμή που μιλάμε για προσεγμένα και καλά τραγούδια. Δεν είναι κακό, αλλά δεν προσφέρει και μια συγκεκριμένη ταυτότητα στον Δημήτρη Μπάση. Έναν τραγουδιστή πράγματι σπουδαίο σε όλα τα επίπεδα, που οφείλει να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να καταστεί αυτό σαφές στα επόμενα χρόνια, καθώς ειδικά θα αποχωρούν ένας-ένας οι παλιοί. Ο πήχης, είναι ψηλά. Και τον έχει βάλει εκεί ο ίδιος, σε συνεργασία τόσο με το σινάφι του, όσο και με το ακροατήριο.