search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Από τα μεγαλύτερα (μουσικά) εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας μας, επέστρεψαν με έναν μεστό και γεμάτο δίσκο, συστήνοντάς μας με επιτυχία τον Γερμανό Henning Basse ως νέο τραγουδιστή...

Label | Century Media
Κυκλοφορία | 1/2017
Βαθμολογία | 7

Κακά τα ψέματα, σε μουσικό επίπεδο οι Firewind είναι ένα από τα μεγαλύτερα εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας μας. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στην τιμητική πρόταση του Ozzy Osbourne προς τον Gus G. το 2009, που κατέληξε στην πρόσληψή του ως κιθαρίστα στο προσωπικό σχήμα του Madman (η οποία κράτησε ως τις τρέχουσες εξελίξεις): μέχρι τότε, η μπάντα είχε ήδη κυκλοφορήσει τις δύο καλύτερές της δουλειές, τα Allegiance (2006) και The Premonition (2008).

Μετά από δύο (λιγότερο) καλά άλμπουμ (Days Οf Defiance, Few Against Many), αλλά και μια παύση σχεδόν 5 ετών, οι Firewind επέστρεψαν φέτος με την πολυαναμενόμενη, 8η full-length κυκλοφορία τους, Immortals: τον πρώτο τους δίσκο που ακολουθεί ένα concept, το οποίο καταπιάνεται με την αρχαία ελληνική ιστορία και πιο συγκεκριμένα με τις μάχες των Θερμοπυλών και της Σαλαμίνας εναντίον των Περσών. Εδώ, επίσης, οι Firewind μας συστήνουν και τον καινούργιο τους τραγουδιστή, τον βετεράνο Henning Basse, ο οποίος αντικαθιστά τον Apollo Papathanasio πίσω από το μικρόφωνο. Οφείλω βέβαια να αναφέρω πως ο Γερμανός τραγουδιστής δεν είναι δα και τόσο καινούργιο πρόσωπο για το γκρουπ, μιας και είχε αναπληρώσει στο παρελθόν τον Apollo σε κάποιες συναυλίες, ενώ έχει δουλέψει με τον Gus G. και στο προσωπικό του σχήμα.

Από τις πρώτες κιόλας στιγμές του Immortals, γίνεται εμφανές πως η γνωστή συνταγή, με γρήγορες, mid-tempo, μα συνάμα και μελωδικές συνθέσεις, παραμένει ως έχει. Και γιατί να αλλάξει; Αυτή δεν ήταν που μας έκανε να αγαπήσουμε τη μπάντα; Το "Hands Οf Time" πραγματοποιεί λοιπόν ιδανικό μπάσιμο στο καινούργιο υλικό των συμπατριωτών μας και με μιας κάνει κατανοητό πως η φωνή του Basse ταιριάζει γάντι στη μουσική τους. Χωρίς να ακούγεται πολύ διαφορετικός από τον Apollo, αφήνει γενικά μια μεταλλικότερη επίγευση, ενώ στις πιο επιθετικές στιγμές πραγματικά δίνει ρέστα. Άλλωστε η ιδέα της έλευσης του Γερμανού ήταν και ένα από τα κύρια κίνητρα για τον Gus G., ώστε να βγάλει τους Firewind από τον πάγο.
 


Στο αμιγώς μουσικό κομμάτι, όλα τα τραγούδια είναι δουλεμένα και ακούγονται φρέσκα, συνθέτοντας ένα δυνατό, συνεκτικό σύνολο. Ο επικός προσανατολισμός των ενορχηστρώσεων ενισχύει τον χαρακτήρα του concept, ενώ οι εναλλαγές μεταξύ γρήγορων και αργών μερών συμβάλλουν θετικά στη βελτιστοποίηση της ροής. Υπεύθυνος ασφαλώς σε μεγάλο βαθμό για το πώς ακούγεται το υλικό είναι και ο παραγωγός Dennis Ward (Pink Cream 69), ο οποίος είχε την ελευθερία να προσφέρει αρκετά στις συνθέσεις, χωρίς όμως στο τέλος να αλλοιώνει την ταυτότητα του συγκροτήματος –μάλιστα, το κυρίως riff του "Back On The Throne" μου θύμισε το "Seas Οf Madness" των Pink Cream 69.

Τεράστια ήταν πάντως η συμβολή του Ward και στη συγγραφή των στίχων, μιας και, μετά τη φυγή του Apollo (και τη μη εμπλοκή του νεοφερμένου Basse σε αυτό το σκέλος), ήταν εκείνος που κλήθηκε να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. Ένα ακόμα σημείο που με χαροποίησε στο Immortals, το οποίο λίγο-πολύ πάντα συναντιέται στις δουλειές των Firewind, είναι πως τα τεχνικά προσόντα των μελών τους δεν λειτουργούν εις βάρος της μουσικής. Δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον ακροατή να απολαύσει τα διάφορα σόλο της κιθάρας ή των πλήκτρων, χωρίς να αποτραβιέται η προσοχή από την ουσία της μουσικής.

Εν κατακλείδι, οι Firewind επιστρέφουν με μια συμπαγή και πολύ καλή δουλειά. Μπορεί να μην προτείνουν κάτι πρωτοπόρο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό το ζητούμενο, ειδικά στον χώρο όπου κινούνται. Το Immortals είναι πολύ απλά ένας μεστός και γεμάτος δίσκος, που αποπνέει ωριμότητα και δείχνει πως η μπάντα γύρισε ανανεωμένη. Επ' ουδενί λοιπόν μην το προσπεράσετε...