search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Χωράνε στο ίδιο δωμάτιο την indie pop, το kraut rock και την ψυχεδέλεια επενδύοντας σε στρογγυλές μελωδίες, οι οποίες δεν ξεχνούν τις ηδονές των hooks...

Label | Inner Ear
Κυκλοφορία | 3/2017
Βαθμολογία | 7

Αναζωπυρώνουν την πίστη μου στη μουσική του σήμερα οι Baby Guru. Καταρχάς να εξηγηθώ, το 4ο άλμπουμ τους δεν φιλοδοξεί να «τα πει όλα», αλλά επαναφέρει ένα (ξεχασμένο σχεδόν) καλλιτεχνικό στοίχημα στο τραπέζι: τη συμπόρευση και τη συναρμονία των τραγουδιών με τον αποδέκτη τους. Χωρίς εύκολες λύσεις και πιασάρικα κόλπα, οι Baby Guru επιθυμούν να μας κάνουν κοινωνούς της διάθεσής τους και μας χρίζουν, με κάποιον τρόπο, συνυπεύθυνους για το καινούριο δημιούργημά τους.

Τα καλά νέα αρχίζουν από το μελίρρυτο και πολιτισμένο “Tell Me What You’re Made Of”, ένα φωτεινό κομμάτι που λειτουργεί σαν ίαμα ικανό να σε ανακουφίσει απο τις ασχήμιες της καθημερινότητας με το γεμάτο ρεφρέν του –κι ας το έχουν ζαχαρώσει λίγο παραπάνω στη «μπουμπουδίστικη» διάθεση. Οι μελωδίες τους είναι στρογγυλές, κομψές και εμπεριέχουν δόσεις ψυχεδέλειας, όπως λ.χ. στο "Before Sundown". Οι καλές στιγμές συνεχίζονται και στο διονυσιακό "Motel Rwanda", αλλά και στο μεγαλοπρεπές "Oaxaca", το οποίο απογειώνεται με μια «νεοκυματική» αναπόληση, κάνει έπειτα κάτι brit pop κραδασμούς στον αέρα, για να προσγειωθεί στο τέλος σε μακρινούς progressive διαδρόμους, απευθυνόμενους σε εκείνους που μεγάλωσαν με Genesis.


Περί progressive o λόγος λοιπόν, αν και οι Baby Guru έχουν όλα τα θετικά χαρακτηριστικά που με κάνουν να μη σιχτιρίζω τους αμφιλεγόμενους δρόμους του 1970 τους οποίους ακολουθούν: οι ενορχηστρώσεις τους έχουν βάθος πεδίου που ξεπερνά την παλαιολιθική γραμμικότητα του progressive manual. Δεν ξεχνούν επίσης τις ηδονές των hooks, αυτές που οι prog πατεράδες απέφευγαν με ευλάβεια που θύμιζε θρησκευτική ανάγκη. Εκεί δηλαδή που οι Yes αντιμετώπιζαν τη δεξιοτεχνία τους ως Γολγοθά, οι Baby Guru σερβίρουν τραγούδια που έχουν «αποτοξινωθεί» από τα βαρυκόκκαλα σολαρίσματα και την υπεροψία των μουσάτων μουσουργών.

O Prins Obi δεν μπαίνει σε «ρολάκια» για να τραγουδήσει· ούτε τον οργισμένο Βαλκάνιο κάνει, ούτε τον διαβασμένο rawwker, ούτε τον καταραμένο μποέμ. Εναρμονίζεται με τα τραγούδια, μια σεμνή επιλογή που συνεπικουρείται και από τη θεματολογία των στίχων: νοηματική σαφήνεια, δίχως ποιητική καύχηση που σε απιθώνει. Εντυπωσιάζεσαι με το πώς μπορούν να χωρέσουν σε ένα δωμάτιο η indie pop, το kraut rock και η ψυχεδέλεια χωρίς να ασφυκτιούν. Όχι πως δεν έχει και άτυχα σημεία ο δίσκος, βέβαια. Για παράδειγμα το "Bluebird Picnic" ακούγεται σαν κακή στιγμή του Youssou N'Dour, στον οποίον ζητήθηκε να γράψει μουσική για ξενέρωτο σποτάκι της Διεθνούς Αμνηστίας στη δεκαετία του 1980.

Βέβαια, κάπου στην 5η ή στην 6η ακρόαση, το IV αντί να αρχίσει να πυκνώνει στα αυτιά, κάπως αραιώνει επικίνδυνα: τα τραγούδια του δεν βρίσκουν το ίδιο εύκολα διαδρόμους να προσγειωθούν και μετεωρίζονται κάπως άσκοπα πάνω από τα κεφάλια μας. Μικρό το κακό, όμως. Η πίστη στην «ευγενή» πηγή της μουσικής έχει αναζωπυρωθεί. Καθόλου αμελητέο επίτευγμα.