search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Διαθέτει όμορφα δείγματα σύγχρονης πιανιστικής τζαζ και κάποιες εκφραστικές απαγγελίες από τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, αλλού όμως δείχνει επιμονή σε μία κάπως συμβατική λογική...

Label | Puzzlemusik
Κυκλοφορία | 1/2017
Βαθμολογία | 6

Με τα Στοιχειωμένα Ποιήματα, ο Γιώργος Κοντραφούρης επιστρέφει στο παρελθόν του, ανασύροντας από εκεί στίχους που έγραψε σε νεαρή ηλικία. Μαζί, επιστρέφει και στο πιάνο, 10 χρόνια μετά τον τελευταίο πιανιστικό του δίσκο (το Storyteller), αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο τα ηλεκτρικά συνθεσάιζερ με τα οποία γκρουβάρει τα τελευταία χρόνια (με το Baby Trio ή με άλλους σχηματισμούς). Το αποτέλεσμα, βέβαια, φιλοδοξεί να είναι –και όντως είναι– ένας σύγχρονος τζαζ δίσκος, ενήμερος για τις τρέχουσες εξελίξεις στο συγκεκριμένο πεδίο.

Αν σκεφτούμε πάντως το θέμα λίγο πιο γενικά, θα δούμε πως «η αλληλοδιείσδυση ποίησης και μουσικής είναι τόσο στενή ώστε η προέλευσή τους είναι αδιαχώριστη και ριζωμένη σ’ έναν κοινό μύθο», όπως μας θυμίζει ο ποιητής Κώστας Παπαθανασίου στην εισαγωγή της πολύ ιδιαίτερης ανθολογίας του Σάκη Παπαδημητρίου Η Ποίηση των Δίσκων (εκδόσεις Σαιξπηρικόν), η οποία φυσικά εστιάζει στην ιστορία της τζαζ. Και όντως, πέρα από κοινούς καταγωγικούς μύθους και πάρα πολλά παραδείγματα όπου η «αλληλοδιείσδυση» εφαρμόστηκε στην πράξη (στην τζαζ ή και αλλού), υπάρχουν και άλλοι τόσοι τρόποι με τους οποίους έχει δοκιμαστεί κάτι τέτοιο, διάφορες μεθοδολογίες δράσης και διάφοροι αναβαθμοί εμπλοκής της μίας μέσα στην άλλη.

Ο Κοντραφούρης στα Στοιχειωμένα Ποιήματα επιλέγει μια οδό για την οποία προσωπικά διατηρώ τις ενστάσεις μου –καταρχάς γιατί μιλάμε στον ενικό, για μία δηλαδή, και αρκετά συγκεκριμένη οδό. Συνθέτει λοιπόν 6 ορχηστρικά κομμάτια, τα οποία προλογίζουν τα 6 σύντομα ποιήματά του, συνοδευόμενα από επίσης σύντομους αυτοσχεδιασμούς. Φτιάχνει, με άλλα λόγια, δύο διακριτά σώματα μουσικών συνθέσεων, ένα με ποίηση και αυτοσχεδιασμό και ένα με δομημένα ορχηστρικά κομμάτια. Τα δύο συνήθως κινούνται αρκετά αυτόνομα, με τα περιθώρια για αλληλοτροφοδότηση να είναι μάλλον περιορισμένα. Ενώ έτσι η ποίηση «ταΐζει» τον αυτοσχεδιασμό, δημιουργώντας μαζί του μία πολύ πειστική και αρκετά έντονη ατμόσφαιρα, σπανίως αυτή η ατμόσφαιρα περνάει με όλη της τη βαρύτητα στις ορχηστρικές συνθέσεις, οι οποίες ασκούνται (εν πολλοίς ανεξάρτητες) στις σύγχρονες (ή και όχι μόνο) τζαζ φόρμες. 

Ένα καλό παράδειγμα είναι η σύνθεση “Νομίζοντας Ότι”, η οποία φυσικά προλογίζεται από το “Ποίημα για «Νομίζοντας Ότι»” (η ονοματοδοσία ακολουθεί παντού αυτό το μοτίβο). Το ποίημα, μια αράδα όλο κι όλο, έχει ως εξής: «Ντροπή νιώθεις / -νομίζεις ότι δεν σου αξίζουν- / Αυτά που σου δίνουν / Φόβος είναι / -νομίζεις ότι σου αξίζουν- / Μα ΝΤΡΕΠΕΣΑΙ» (η στίξη διατηρήθηκε όπως στο booklet της έκδοσης). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αυτοσχεδιασμός απουσιάζει και μόνος ο Αλκίνοος Ιωαννίδης (ο οποίος έχει αναλάβει τις απαγγελίες) καταφέρνει με σωστούς τονισμούς να μεταφέρει το βάρος των φράσεων στην καταληκτική τους λέξη. Ωστόσο η ορχηστρική σύνθεση που ακολουθεί μοιάζει να υπονομεύει την ατμόσφαιρα που προσπαθούν να μεταφέρουν οι λέξεις, όντας μάλλον χαρωπή και ανάλαφρη: όχι σαν να υπερέβη τα όσα προηγήθηκαν, αλλά μάλλον σαν να μην τα άκουσε καν.

Τα πράγματα λειτουργούν αντιστοίχως και αλλού. Ακόμα κι αν σε επίπεδο κλίματος ή διαθέσεων η ορχηστρική σύνθεση και η ποιητική/αυτοσχεδιαστική αποτύπωση συμπλέουν περισσότερο, η τάση της πρώτης προς τον φορμαλισμό και της δεύτερης προς μία πιο ελευθεριάζουσα μουσική πράξη δείχνουν μία ακόμα εστία διαχωρισμού. Μάλλον δεν μπορούμε να μιλούμε παρά μόνον για μία μερική αλληλεπίδραση των δύο στοιχείων, αλλά και για ένα (και μόνο) μοτίβο διασύνδεσης, το οποίο αρνείται να διαφοροποιηθεί σημαντικά.

Όπως ίσως έχετε καταλάβει, τα προσωπικώς αγαπημένα του δίσκου είναι εκείνα τα σημεία όπου το όλο ζήτημα μπορεί να εξετασθεί στη διαλεκτική του δυναμική. Σε αυτά, η μουσική συνήθως αναδεικνύεται μέσα στην υπέροχη αραιότητα της αρχιτεκτονικής της, η οποία όχι μόνο της επιτρέπει να κρατήσει ανοιχτή την επαφή με τον έτερο πόλο της αφήγησης –τις απαγγελίες του Αλκίνοου Ιωαννίδη– και να δανειστεί από εκεί τους σφυγμούς της, αλλά επιπλέον παρέχει και τους χώρους ώστε να λάμψει καθαρότερα η συνεργασία των μουσικών εντός ενός (έτσι κι αλλιώς) εξαιρετικού κουαρτέτου: μαζί με τον Κοντραφούρη, βρίσκουμε τον Πέτρο Κλαμπάνη στο κοντραμπάσο, τον Αλέξανδρο-Δράκο Κτιστάκη στα τύμπανα και τον Άγγελο Πολυχρόνου στα κρουστά.

Για τις ορχηστρικές συνθέσεις, η κρίση μου είναι περισσότερο αμφίθυμη. Για παράδειγμα, όσο κι αν παραδέχομαι πως το “Μία Στιγμή” βρίσκει ένα όμορφο γκρουβ (γεμάτο, μα την ίδια ώρα και αρκετά ελαφρύ), παρά και την πρόδηλη «τεχνική» επάρκεια του Κοντραφούρη που αναλαμβάνει να ηγηθεί, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω και μια τάση για φλυαρία –ή, αν το προτιμάτε, μια μεγαλύτερη επιμονή σε μία κάπως συμβατική λογική στην εξέλιξη των θεμάτων. Όπως και να το πούμε, το ζήτημα είναι ότι πλάι σε μία αρκετά ρέουσα rhythm section, η οποία κρατάει τα πράγματα σε κίνηση, αναπτύσσεται ένα μελωδικό θέμα που συν τω χρόνω αρχίζει και γυρίζει γύρω από τον εαυτό του, γινόμενο κάπως στατικό και αναμενόμενο.

Δεν τίθεται βέβαια παντού το ζήτημα έτσι. Το “Νομίζοντας Ότι”, ας πούμε, καταφέρνει και βρίσκει μια πιο λειτουργική ισορροπία, οδηγώντας σε ένα φινετσάτο και ζωηρό γκρουβ. Το “Τοπίο Του Πάντοτε” είναι επίσης ένα όμορφο δείγμα σύγχρονης πιανιστικής τζαζ, ενώ το “Στοιχειωμένο” ακουμπάει εύστοχα σε μία προσέγγιση της τζαζ μελωδίας, την οποία μπορούμε να ακούσουμε σε αρκετούς δίσκους της ECM.

Η ποίηση, τέλος, του Κοντραφούρη προσθέτει μία σημαντική δυναμική συνιστώσα στον δίσκο, η οποία βέβαια αντλείται και από την εκφραστική απαγγελία του Ιωαννίδη. Νομίζω όμως πως δύσκολα θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομα, παρότι βρίσκω ορισμένες φράσεις ιδιαίτερα εύστοχες (π.χ.: «Οικεία ήταν όλα από πριν / Τώρα που είμαι πιο κοντά / Απομακρύνονται», από το “Ποίημα για την «Μία Στιγμή»”). Στην προκείμενη, βέβαια, δεν έχει τόση σημασία η δυνατότητα αυτονομίας της ποιητικής ή/και της μουσικής πράξης· σημασία έχει η «αλληλοδιείσδυση», όπως ωραία το έγραψε ο Παπαθανασίου. Όπερ μας φέρνει στην αρχή του κειμένου και στα όσα έχουν ήδη λεχθεί.