search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Label | Ο Τεμπέλης Δράκος
Κυκλοφορία | 1/2016
Βαθμολογία | 7

Απατεωνίσκο,

δεν ξέρω για σένα, αλλά προσωπικά βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σε πληροφορήσω ότι, παρά τις επί μέρους αισθητικές μικροδιαφωνίες, τη διαφορετική ιεράρχηση ακροατικών προτεραιοτήτων και της άλλης λογικής ηχοσωματικού τύπου πυροδοτήσεις, εκ του αποτελέσματος προκύπτει μπόλικος κοινός τόπος στις πρώτες μουσικές εμπειρίες που μοιραζόμαστε.

Τουτέστιν, μέχρι αυτή τη στιγμή και τηρουμένων των αναλογιών, τα βρίσκουμε μουσικώς, παρεμπιπτόντως τα βρίσκουμε και οπαδικώς, αν και το μέλλον με ανησυχεί σφόδρα –δεν φταις εσύ, οι ανασφάλειές μου τα φταίνε και η κατάντια του συλλόγου. Τα βρίσκουμε λοιπόν μουσικώς, όχι μόνο, αλλά κυρίως πάνω στις πλάτες των δύο Τεμπέληδων Δράκων του Γιώργου Χατζηπιερή, στους οποίους (κατά μία τουλάχιστον έννοια) οφείλουμε τούτη τη διασύνδεση, ή μάλλον καλύτερα τις στρωμένες διαδρομές προς εκείνη.

Διαθέτω και χαρακτηριστικά παραδείγματα, για των λόγων το πλήρες και το αληθές. Στο “Ήταν Ένας Ποντικός” (Η Επιστροφή Του Τεμπέλη Δράκου, 2009), εσύ παίρνεις την αφηγηματική κλιμάκωση της μουσικής, τις εικόνες της πόλης, της παρέας, της μάσας, εγώ παίρνω τις ενοχηστρωτικές τρελίτσες και τις κρυμμένες εκπλήξεις –καλή ώρα σαν τις πνευστές μπουρμπουλήθρες, στο κλείσιμο της αυλαίας πάνω. Στον “Λούκυ Λουκ” (Ο Τεμπέλης Δράκος Και Άλλες Ιστορίες, 2005), εγώ παίρνω εκείνη την καρτουνίστικη ρεμπετοσαλούν γκρούβα, εσύ το πιο γρήγορο πιστόλι της Δύσης με τα σέα και τα μέα του σε τρίλεπτη ηχομορφή. Στην πορεία ελπίζω σε αντιστροφή των ρόλων: υπολογίζω βάσιμα ότι θα κάνει καλό και στους δυο μας. Εκείνο δε που με χαροποιεί ιδιαιτέρως, είναι η μπετόν αντίδρασή μας στις μπαλαντοειδείς αλοιφούλες· όχι εξ ορισμού λόγω της μορφής τους, αλλά για την τάση κάποιων εξ αυτών να εκβιάζουν ολίγον το χάδι, αντί να το κερδίζουν.

Λοιπόν, με αφορμή την εδώ και λίγο καιρό άφιξη του τρίτου Δράκου, προβάρω τον καθησυχαστικό μου τόνο και με αυτόν σου επαληθεύω, μετρώντας, πως όλα φαίνονται στη θέση τους. Ένα. Το στιλιστικό εύρος τραγουδιών και συνθέσεων, έτσι να παιδεύεται τ' αυτί. Πάντα με μια άντε να την πούμε έντεχνη αφετηρία, που με κάποιον τρόπο συνήθως καταλήγει να ρίχνει μέχρι και τις δικές μου άμυνες –όταν τελοσπάντων δεν δουλεύει υπερβολικά ο αυτόματος της μπαλάντας. Δύο. Το συχνοτικό εύρος, πάλι το παίδεμα τ' αυτιού, από την αφηγηματική μπασαδούρα του Σωκράτη Μάλαμα στο “Βουνό” (με την οποία άλλωστε έχει επισφραγιστεί από χρόνια το ομώνυμο με τη σειρά τραγούδι), μέχρι τα ψηλά ρυάκια των χορδών της Ελευθερίας Αρβανιτάκη στο “Επτά Ποτάμια”. Τρία. Οι ρυθμικές, μελωδικές, στιχουργικές ενεσούλες ηχητικής παράδοσης, δεδομένου του ντόπιου ηπειρωτικού και νησιωτικού σχετικού πλούτου, της Κύπρου συμπεριλαμβανομένης και σταθερά τιμώμενης, λόγω και της καταγωγής του Γιώργου Χατζηπιερή.

Και εδώ μια μικρή στάση, διότι πέραν των επαναλαμβανόμενων αποκαλύψεων/αναμορφώσεων τμημάτων της κυπριακής παράδοσης –οι οποίες έρχονται να κουμπώσουν φυσικότατα στην αστική καθημερινότητα μιας αθηναϊκής οικογένειας (τσεκαρισμένο και επαληθευμένο)– συντελείται και ένα άνοιγμα στο ευρύτερο κοινό, σύγχρονων κυπριακών περιπτώσεων όπως οι Monsieur Doumani. Τέσσερα και προσωπικό μου νούμερο ένα. Η ενορχηστρωτική στοργή (λέγε με και Μάριο Τακούσιη), η οποία διατρέχει ολόκληρο το σώμα του Δράκου, όχι απλά για να το διανθίσει, αλλά εν τέλει για να το ορίσει, σε σημείο που δίχως αυτή το θεριό θα ήταν εντελώς αγνώριστο. Πέντε και τελευταίο. Όλος ο γνωστός, ο καλός ο κόσμος στο τραγούδι, να μην απλώνουμε λίστες τώρα, στα όρια της ίδρυσης κλειστού κλαμπ.

Πρακτική που ενεργοποιεί ελαφρώς τα γνώριμα γκρινιάρικα αντανακλαστικά μου. Ευτυχώς, υπό μία έννοια, διότι με τα άνωθεν λιβανίσματα πιθανώς ήδη να αμφισβητείς τη γνησιότητα του κειμένου. Κι αν οι δοκιμασμένες λύσεις καλεσμένων είναι θέμα ορέξεως, ως γνωστόν κάπου κερδίζεις και κάπου χάνεις. Αλλά να χάσεις δυο-τρία επιπρόσθετα ονόματα, ενδεχομένως νεότερης γενιάς τραγουδιστών, δεν λέει και πολλά. Εκείνο που λέει, όμως, είναι όταν νιώθεις ότι ακούς ίδιας λογικής τραγούδια, με τις ίδιες φωνές, στην αναπαραγωγή παρόμοιων θεματικών. Ίσως για αυτό εν τέλει απολαμβάνω συγκριτικά περισσότερο τα ορχηστρικά μέρη, προεξάρχοντος του τέζα κινηματογραφικού “Χίλιες Και Μία Νύχτες”, με το κεντητό του γκρουβ και τα ανατολικόστροφα αρώματα από Henry Mancini, να μου θυμίζουν το ρημαγμένο μποξ σετ του Ροζ Πάνθηρα (γκρρρ).

Όσο για εκείνες τις θεματικές, που από καιρό τις αποζητούσα ελαφρώς πιο απτές, πιο σύγχρονες και λιγότερο παραμυθένιες, μου φαίνεται ότι εδώ χάνεται δια παντός η ευκαιρία. Καθώς πάντα ήμουν με τον «ποντικό που γυρνούσε στου Ψυρρή», τώρα, εδώ παραδίπλα μας, παρά με τη νοσταλγία που χου του “Παγωτατζή”. Προς το παρόν αυτά. Λίγο καιρό και κάποιες ακροάσεις ακόμα, ποιος ξέρει. Αναμένοντας feedback σου, έστω κι ένα «δεν μας χέζεις ρε συνεπώνυμε»…