Oι δίσκοι κινηματογραφικής μουσικής που δεν προορίζονται να ντύσουν κάποια ταινία απαιτούν ιδιαίτερη μεταχείριση, τόσο από τη μεριά του ακροατή, όσο και από αυτή του μουσικού: η γραμμή που χωρίζει ένα τέτοιο δομημένο σύνολο από μία ενορχηστρωμένη σούπα ιδεών η οποία επιπλέει αβοήθητη στη σινεματίκ στρατόσφαιρα, είναι σχεδόν διαφανής

Ειδικά μάλιστα αν ο συνθέτης έχει πρώτα δοκιμάσει τις ικανότητές του στον χώρο της 7ης τέχνης, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Η πρόσφατη άλλωστε ιστορία μας έχει χαρίσει αρκετές στιγμές δημιουργικής αστοχίας, όπως για παράδειγμα την τελευταία δουλειά του Yann Tiersen, που συγκαταλέγεται χωρίς κόπο και ενοχές στην κατηγορία της άγευστης σούπας. Αλλά ο Θεόδωρος Πολυχρονόπουλος –ο άνθρωπος που κρύβεται πίσω από την αρχοντική ονομασία Theodore– φαίνεται να έχει διακρίνει αυτή τη νοητή γραμμή, επιτυγχάνοντας να την περπατήσει ντελικάτα στη δεύτερη τούτη δουλειά του, ακόμη κι αν παραπατάει σε ορισμένα της σημεία.

Πριν καν βάλεις το It Is But It’s Not να παίξει, μπορείς να αντιληφθείς –από τους τίτλους των κομματιών, το artwork, αλλά και μέσω της επίσημης διαδικτυακής περιγραφής– πως έχεις να κάνεις με ένα concept album. Ο θεματικός άξονας περιστροφής βασίζεται στη θεωρία του Ηράκλειτου, κατά την οποία τα ετερόκλητα στοιχεία αλληλοσυμπληρώνονται, οδηγούμενα στην υπαρξιακή ουδετερότητα. Κάθε κομμάτι, λοιπόν, έχει ένα αντιδιαμετρικά αντίθετο ταίρι, το οποίο δίνει νόημα στην ύπαρξη του πρώτου, και αντίστροφα. Έτσι, το ψηφιδωτό που σχηματίζεται αναπαριστά μία στροβιλιζόμενη μάχη ανάμεσα στο χάος και στην τάξη, γύρω από την τελική σπείρα του έργου ("Spriral")· μία άσκηση συμπαντικής ισορροπίας, η οποία δίνει το πολυπόθητο αλατοπίπερο στις ζωές μας.

Πολύ όμορφα όλα τα παραπάνω, θα έμοιαζαν όμως με φανφάρες εντυπωσιασμού αν δεν υποστηρίζονταν από ισάξιο μουσικό περιεχόμενο. Όλοι αυτοί οι συμβολισμοί του «οριοθετημένου χάους» έρχονται λοιπόν να δέσουν θεσπέσια, τόσο με το συμμετρικό μοίρασμα των διαθέσεων, όσο και μέσω της σχεδόν σινεφιλικής απεικόνισης της σύγκρουσης που επιτυγχάνεται λόγω των ιδιαίτερα κοντρολαρισμένων (στυλιστικά) ενορχηστρώσεων. Ο Theodore απαλλάσσεται από κάθε ίχνος ελιτισμού που μπορεί να συνοδεύει μία τέτοια σύλληψη και καταφέρνει να παραδώσει ένα οικείο σύνολο, το οποίο χαρακτηρίζεται από ρομαντισμό και ευαισθησία. Αλλά περισσότερο εντυπωσιακό είναι πως το όραμα του δημιουργού γίνεται φανερό σε κάθε ευκαιρία: κάθε τραγούδι μοιάζει με μικρογραφία του συνόλου που υπηρετεί. Όλα δηλαδή διαθέτουν ένα γαλήνιο τμήμα, ένα όπου επικρατεί η απόλυτη ενεργειακή αρμονία, ενώ τελικά –είτε επιτακτικά, είτε μεθοδικά– καταλήγουν σε έντονες οργανικές αποπλήξεις.

Ειδικότερα τα “Sun” και “Do Υou Κnow Ηow Τo Fall?” θυμίζουν τόσο τη ρετροφουτουριστική ποπ των M83 όσο κι εκείνη των Son Lux, και είναι ίσως οι πιο προσιτές στιγμές του δίσκου. Όσο βουτάμε βαθύτερα, εντούτοις, τόσο σκουραίνουν οι αποχρώσεις. Καταλήγουμε έτσι στο δυστοπικά σεληνιασμένο “Eclipse”, η τελική έκρηξη του οποίου χτίζεται με τη λογική ενός post-rock κομματιού· το “It It Is But It’s Not”, πάλι, θα μπρούσαν να το είχαν γράψει οι Radiohead του Hail To The Thief, αν είχαν μεγαλώσει στο Μπρίστολ. 

Τα σημεία στα οποία ο ακροατής μπορεί να χάσει προσωρινά το ενδιαφέρον του βρίσκονται στη μέση του άλμπουμ, στα “Chronos” και “Waltz”, όπου (προβλέψιμα;) ο Theodore παθαίνει σύνδρομο Αμελί, και γίνεται μελό χωρίς να υπάρχει λόγος. Το μιξάρισμα βέβαια που έχει γίνει από τον Ken Thomas –ο οποίος έχει δουλέψει στο παρελθόν με τους Sigur Rós, τους M83, αλλά και τον Yann Tiersen– προσθέτει κι αυτό το στίγμα του, έτσι ώστε να μην χαθεί η απαραίτητη κινηματογραφική αύρα που οφείλουν να κουβαλούν οι συγκεκριμένοι δίσκοι.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Theodore έχει μόλις ολοκληρώσει μια ευρωπαϊκή περιοδεία μαζί με την πολυμελή του μπάντα, η οποία τον ταξίδεψε μέχρι το Βερολίνο και το Λονδίνο, για να παρουσιάσει τη δουλειά του σε σημαντικούς συναυλιακούς χώρους. Αν προσθέτει κάτι η συγκεκριμένη πληροφορία στη συνολική σας γνώση για τον δίσκο, τότε περιγράφεται από τη λέξη «φιλοδοξία». Γιατί υπάρχει φιλοδοξία και όραμα πίσω από το It Is But It’s Not, το οποίο δεν μπορώ να φανταστώ να ασφυκτιά ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του ελλαδικού χώρου. 

Το μόνο που χρειάζεται να πράξει από εδώ και πέρα ο Theodore, είναι να καταφέρει να απαλλαχθεί από τυπικές εμμονές και παθογένειες που χαρακτηρίζουν το πεδίο στο οποίο δουλεύει, δίνοντας πιο διακριτή ταυτότητα στον ήχο του. Γιατί όσον αφορά τις ιδέες, φαίνεται να βρίσκονται σε αφθονία.

{youtube}c1eq2T5xiFc{/youtube}

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured