search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Label | Rattle
Κυκλοφορία | 5/2015
Βαθμολογία | 8

 

Δεύτερο άλμπουμ για την Τάνια Γιαννούλη στο label της Rattle από τη Νέα Ζηλανδία, 2,5 χρόνια μετά το ντουέτο της με τον Πορτογάλο πνευστό Paulo Chagas για τον δίσκο Forest Stories. Τα είχε γράψει τότε διεξοδικά ο Χάρης Συμβουλίδης, οπότε δεν έχω παρά να παραθέσω (εδώ), επισημαίνοντας απλώς εκείνες τις «επαναληπτικές ακροάσεις» που έμοιαζε να ζητάει ο δίσκος και τις «εξερευνήσεις» τις οποίες σε καλούσε να κάνεις στο εσωτερικό του. 

Κάτι αντίστοιχο ισχύει και στο Transcendence. Υπάρχει δηλαδή μέσα του κάτι που σε αιχμαλωτίζει, μια ποιότητα που, ενώ γίνεται αντιληπτή εξαρχής, σου δείχνει ότι χρειάζεται τον χρόνο της ώστε να αναδειχθεί πληρέστερα και ευκρινέστερα. Δεν γράφει βέβαια δύστροπη, δυσανάγνωστη μουσική η Γιαννούλη, ώστε να χρίζει χρονοβόρας αποκωδικοποίησης· ίσα-ίσα, η τάση της προς τον μινιμαλισμό την εφοδιάζει με μια εξαιρετική αίσθηση του μέτρου, κάνοντας τις μελωδίες της γεμάτες και ταυτόχρονα απέριττες. Μπλέκεσαι, έτσι, χωρίς να το καταλάβεις, μέσα στις παραλληλίες τους και βουτάς επαναληπτικά όχι για να ανακαλύψεις κάτι που έχει μείνει κρυμμένο, αλλά για τη χαρά της ίδιας της βουτιάς

Η Γιαννούλη καταφέρνει λοιπόν να κεντρίζει συναισθηματικά τον ακροατή, δίχως προφανείς, εύκολες λύσεις, μα και χωρίς υπερβολές. Η μουσική της μοιάζει εγγενώς διαλεκτική, έτσι όπως περιηγείται μεταξύ της ελεγείας και της έξαψης, της απουσίας –με τη νοσταλγική της ραθυμία και τον ευάλωτο συναισθηματισμό της– και της παρουσίας, με τις επείγουσες εκκλήσεις του σώματος. Τα παραδείγματα που τείνουν στο πρώτο σκέλος (λ.χ. τα “Weeping Willow”, “Obsession” και “Untold”) δεν στέκουν απέναντι σ’ εκείνα που τείνουν στο δεύτερο (λ.χ. τα “Sun Dance”, “Faster Than Wear” και “Mad World”). Ακριβώς γιατί πάντοτε τείνουν προς αυτό το κάτι, άρα πάντοτε κινούνται σ’ ένα ενδιάμεσο· το οποίο, αντί να αποκλείει τη μία από τις δύο καταστάσεις, μπορεί και τις περικλείει αμφότερες. 

Κι όλα τούτα, με μια γραφή η οποία θυμίζει μεν αρκετά, αλλά μπορεί και βρίσκει τις δικές της ανάσες, τη δική της προσωπικότητα. Η πιο ευανάγνωστη αναφορά της Γιαννούλη πατάει στους πολύ ευρωπαϊκούς τρόπους της ECM, στις καλομελετημένες συνδέσεις μεταξύ της κλασικής και της τζαζ, σ’ εκείνη την πολύ λεπτή τομή μεταξύ ρομαντισμού και ορθολογισμού που αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό, ίσως, «σήμα κατατεθέν» του σημαντικού γερμανικού label. 

Υπάρχει όμως και μια «μεσογειακότητα»: ρυθμοί και μελωδίες που, δίχως να αγνοούν τα παραπάνω, εστιάζουν σε ένα πιο οικείο, πιο ζεστό περιβάλλον. Στο νου μου έρχεται ο τρόπος με τον οποίον η Ελένη Καραΐνδρου μετέτρεπε σε ήχο τις υποβλητικές εικόνες του Θόδωρου Αγγελόπουλου ή μια πιο χατζιδακική εννοιολόγηση της ελληνικού, ακόμα και ένα κλείσιμο του ματιού προς Ανατολάς –κυρίως όταν οι μελωδίες αφήνονται στη ρυθμική δίνη του Σόλη Μπαρκή. 

Σε αντίθεση με την προηγούμενη δουλειά της Γιαννούλη, το Transcendence στηρίζεται κυρίως σε σεταρισμένες συνθέσεις και σε εκλεπτυσμένες, ραφιναρισμένες δομές. Δομές, ωστόσο, οι οποίες αφήνουν ανοιχτή την πόρτα σε αυτοσχεδιαστικά συμβάντα ή που, τέλος πάντων, αρθρώνονται με μια ζωηρή ενορχήστρωση, που αφήνει αρκετά να κριθούν στον μεταξύ των μουσικών χώρο. Το δίχως άλλο, είναι σημαντική η συνεισφορά της μπάντας της οποίας ηγείται η Γιαννούλη, δηλαδή του Αλέξανδρου Μποτίνη στο τσέλο, του Σόλη Μπαρκή στα κρουστά, του Guido De Flaviis στα σαξόφωνα και του Γιάννη Νοταρά στα τύμπανα (ο τελευταίος σε ρόλο guest). Μαζί φυσικά με το πιάνο της συνθέτριας, το σχήμα αποδίδει εξαιρετικά όλες τις διακυμάνσεις από τις οποίες διέρχεται ο δίσκος, τόσο στο επίπεδο του καθαρά μουσικού (λ.χ. μεταβαίνοντας με φυσικότητα από την εύθραυστη μελωδικότητα του “Obsession” στον αυτοσχεδιαστικό δυναμισμό του “Mad World”), όσο και σ’ αυτό του συναισθηματικού. 

Το Transcendence είναι λοιπόν ένα σαγηνευτικό ηχογράφημα, που σου «δίνεται» όσο περισσότερο αφήνεσαι στα χέρια του. Θεωρώ περιττό να αναφέρω ότι –τουλάχιστον για τη δική μου κρίση– βάζει μια ισχυρή υποψηφιότητα για τις λίστες για τις οποίες μας αρέσει να τρωγόμαστε στα τέλη της εκάστοτε χρονιάς.