search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Label | Music Corner
Κυκλοφορία | Μαϊ-11
Βαθμολογία | 8

«Αυτά τα τραγούδια είναι της µάνας, της αδελφής και της γυναίκας. Τα ξενιτικά!», ακούμε τη γερασμένη μα θερμή φωνή της Βασιλικής Σκουτέλα να μας υποδέχεται, εισάγοντάς μας στον κόσμο του νέου δίσκου του Λάκη Χαλκιά, Μνήμες Της Ξενιτιάς: 12 Δημοτικά Τραγούδια Της Ηπείρου. Δικαιωματικά: αυτή άλλωστε είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από την έκδοσή του.

Η κυρα-Βασιλική είναι σήμερα 103 χρονών –ζωή να ’χει. Στην Αμερική, όπου ζει από τα 1931 όταν και πήγε ως μετανάστρια, την ξέρουν ως Vasiliki Scotes. Αλλά εκείνη δεν ξέχασε ούτε το πραγματικό της όνομα, ούτε τα Θεοδώριανα της Άρτας όπου γεννήθηκε, ούτε τα τραγούδια του τόπου της. Δύο όνειρα έκανε στα γεράματά της, να βγάλει ένα βιβλίο αφιερωμένο στην ηπειρώτικη παράδοση και να γίνει κι ένας σχετικός δίσκος, με κάποιον από τους Χαλκιάδες. Γιατί εκείνους άκουσε λίγο πριν αφήσει το χωριό της για τα ξένα κι έμεινε βαθιά χαραγμένη η μνήμη από τα παιξίματα και το τραγούδι τους. Το 2008 έγινε λοιπόν το πρώτο βήμα: οίκος της ομογένειας εξέδωσε το δίγλωσσο βιβλίο A Weft of Memory: A Greek Mother’s Recollection of Folk Songs and Poems, με στίχους, ποιήματα και τραγούδια γύρω από την Ήπειρο: με τις αναμνήσεις της κυρα-Βασιλικής συν μερικά προσωπικά της πονήματα. Με αυτό ανά χείρας, ταξίδεψε κατόπιν συνοδεία του γιου της Θανάση στην Ελλάδα και συνάντησε τον Λάκη Χαλκιά, ζητώντας του να γίνει κι ένας δίσκος. Κι εκείνος όχι απλά τον έκανε, μα δίπλα στα παραδοσιακά που διαλέξανε μελοποίησε και δύο δικά της ποιήματα (“Της Λυγερής Το Φόρεμα” και “Για Μένα Βρέχουν Τα Βουνά”), ενώ έγραψε κι ένα ολόδικό του τραγούδι, που της το αφιέρωσε (“Θέλω Να Βγω Βασιλική”).

Ο δίσκος αυτός είναι, απλά, ο καλύτερος δημοτικός δίσκος της φετινής χρονιάς κι ένας από τους κορυφαίους την τελευταία δεκαετία. Και ας αντιπροσωπεύει την παράδοση της Ηπείρου δίχως να την ξεπερνά, να την προχωρά, να τη μεταποιεί σε κάτι με πιο σύγχρονο αέρα. Λείπει ομολογουμένως αυτή η διάσταση, αν δεις τον δίσκο ως ένα κομμάτι του σημερινού σκηνικού, μα από τη συνθήκη δημιουργίας του δεν μπορούσε να καταπιαστεί με κάτι τέτοιο. Και στο κάτω-κάτω, δεν πειράζει. Δεν έχει πια σημασία όταν ακούς κάτι τόσο γερό, λεβέντικο και απολαυστικό. Ας μην ζητάμε άλλωστε από τον Λάκη Χαλκιά να γίνει αιχμή ενός θεωρητικού δόγματος συνέχειας και ανανέωσης, όταν οι νεότεροι μουσικοί ακόμα αρνούνται να καταπιαστούν στα σοβαρά με τις αληθινές ρίζες του τόπου τους, φαντασιωνόμενοι τους Λονδρέζους και τους Βερολινέζους.

Τι ανεβάζει όμως τις Μνήμες Της Ξενιτιάς σε ένα τέτοιο ξεχωριστό βάθρο; Κατά το ήμισυ, οι ερμηνείες του Λάκη Χαλκιά. Το μέταλλο της φωνής του μοιάζει αλώβητο στον χρόνο, είναι σαν ο τελευταίος απλά να το έχει προικίσει με περισσότερη στόφα, τονίζοντας τη δωρικότητα που τον χαρακτηρίζει και τόσο πάει σε τούτα τα τραγούδια. Κατά το άλλο ήμισυ, οι εξαιρετικοί μουσικοί που τον συνοδεύουν εδώ: με πρωτεργάτη τον Γιώργο Κωτσίνη στο κλαρίνο και ιδιαίτερα διακριθέντες την Ουρανία Λαμπροπούλου (σαντούρι), τον Λάζο Ευθυμίου (βιολί), τον Θωμά Κωνσταντίνου (λαούτο) και τον Ανδρέα Νικόλη (τραμπούκα). Υπό τη διεύθυνση του Χρήστου Χαλκιά, αυτή η δημοτική ορχήστρα παίζει μέσα στο στούντιο λες και βρίσκεται σε πανηγύρι στα Ζαγοροχώρια ή στα Θεοδώριανα. Αυτή την αίσθηση σου μεταφέρουν.

Τα τραγούδια, από την άλλη, έχουν κι αυτά το δικό τους ενδιαφέρον. Τα περισσότερα είναι εκλεκτά και γνωστά σε όσους έχουν ευτυχήσει να έρθουν σε επαφή με την αργόσυρτη, μελαγχολική συχνά όμως και μπριόζα παράδοση της Ηπείρου: ο “Ρόβας”, για παράδειγμα, ένα κλασικό τραγούδι ξενιτιάς με ρίζες στην Τουρκοκρατία (όπου ρόβας ήταν εκείνος που αναλάμβανε τη μεταφορά των μεταναστών στα ξένα μα χειριζόταν και την αλληλογραφία τους με τους δικούς τους), η “Γριά Τζαβέλαινα” από τον κύκλο του Σουλίου και του Αλή Πασά ή το “Τώρα Τα Πουλιά”, που –παρά το ερωτικό του περιεχόμενο– αναφέρεται στην πολεμική παράδοση των ακριτών. Κοντά τους λάμπει το σκέρτσο και το χιούμορ του “Ψηλά Στην Κωστηλάτα”, οι περιπέτειες της “Διαμαντούλας” στα δασιά πλατάνια και τα παράπονα της “Βλάχας” που πλένει στο ποτάμι, με πικρά σατυρική διάθεση. Και δίπλα σε όλα αυτά στέκονται επάξια οι τρεις νέες δημιουργίες του Χαλκιά, μοιάζοντας σώμα ένα με την παράδοση: δεν αρκούνται να μιμηθούν τους τρόπους της, μα μεριμνούν ώστε να περιέχουν και κάτι από την «ψυχή» της.

Κάπως έτσι, το Μνήμες Της Ξενιτιάς του Λάκη Χαλκιά φτάνει σε ένα άρτιο καλλιτεχνικά αποτέλεσμα, με αίσθηση φρεσκάδας, που δίνει στον ακροατή μια ανάταση ζηλευτή, την οποία όλο και λιγότεροι δυστυχώς παραδοσιακοί δίσκοι καταφέρνουν στους «νερωμένους» και συγχυσμένους καιρούς στους οποίους βρισκόμαστε.

«Στη ζωή πάντα να κάνεις αυτό που αγαπάς, αυτό που θέλεις! Αν αγαπάς το τραγούδι και τον χορό, µην τα αφήνεις! Είναι η καλύτερη δύναµη, η καλύτερη πνευµατική τροφή». Έτσι κλείνει τον δίσκο η κυρα-Βασιλική και, ανάθεμα, μόνο να μάθει έχει κανείς από τη θέληση και το σιδερένιο πείσμα αυτής της αξιοθαύμαστης γυναίκας.